And this excellent internet-radio-station from San Fracisco: Christmas Lounge: Chilled holiday grooves and classic winter lounge tracks. (Kid and Parent safe!)
(just download the playlist to a player)
Pictures from Exarchia, Athens, near the place where a year ago, at December 6, 2008, Alexis Grigoropoulos, one 16 year old boy, was shot by a police officer.
Aς επανέλθουμε όμως στο θέμα: Η χώρα των χρωμάτων και των αρωμάτων, μια χώρα με πολλούς, πάρα πολλούς ανθρώπους. Η χώρα των αντιθέσεων και της αρμονίας. Η χώρα της βαθειάς καταγωγής μας που χάνεται και ξεφτίζει στις χιλιετίες αλλά ακόμη μας μιλάει. Μια χώρα του ρυθμού και του χορού.
Στη προηγούμενη καταχώρηση σας πρότεινα το εξής: Ένας τρόπος να πλησιάσει, ν’ αρχίσει δηλαδή κανείς μ’ αυτές τις ταινίες είναι να τις βλέπει σαν τις πορνοταινίες που προσπαθούν να έχουν και υπόθεση: δηλαδή να προσπερνάει τα μέρη με την πλοκή και να πηγαίνει κατευθείαν στο ψητό: στις σκηνές με το χορό και τα τραγούδια!
Τώρα θα σας δώσω ένα παράδειγμα για να καταλάβετε τι εννοούσα.
Πριν κάνετε κλικ στο παρακάτω video, βεβαιωθείτε ότι έχετε συνδέσει τα καλά ηχεία και ανεβάστε λίγο την ένταση. Πάρτε θέση μπροστά στην οθόνη και αφήστε τη ψυχή σας να πεταρίσει για 6 λεπτά στο ρυθμό της Ινδίας. Απολαυστε:
Υπάρχει μια ενδόμυχη άρνηση στην σημερινή Ελλάδα όχι μόνο προς το μελοδραματισμό που βρίσκει κανείς στις κινηματογραφικές παραγωγές από την Ινδία, αλλά κυρίως στα ψυχολογικά και κοινωνικά σχήματα που παρουσιάζονται στις ιστορίες που διηγείται αυτού του είδους το σινεμά. Κρίμα, γιατί οι ταινίες είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Η θεωρία μου είναι ότι η στάση και η νοοτροπία που προβάλεται σ’ αυτές τις ταινίες, είναι ακόμη πολύ πρόσφατα πράγματα και συγγενέυουν επικίνδυνα με το βαθύ εγώ της σύχγρονης ελληνικής κοινωνίας. Η επικρατούσα θέση είναι ότι «έχουμε προχωρήσει». Λέω, κρίμα γιατί νομίζω ότι πρέπει να ξαναξεκινίσουμε από κεί που τ’ αφήσαμε στη μέση. Προχωρήσαμε στο άγγελμα «ανήκομεν εις την δύσην» ενώ ταυτόχρονα αριστεροί και δεξιοί αναπτύξαμε σαν ένα είδος αλλεργικής αναφυλαξίας ένα γελοίο αντιμερικανισμό που καλά κρατεί μέχρι σήμερα κι ακόμη παραδέρνουμε.
Ένας τρόπος να πλησιάσει, ν’ αρχίσει δηλαδή κανείς μ’ αυτές τις ταινίες είναι να τις βλέπει σαν τις πορνοταινίες που προσπαθούν να έχουν και υπόθεση: δηλαδή να προσπερνάει τα μέρη με την πλοκή και να πηγαίνει κατευθείαν στο ψητό: στις σκηνές με το χορό και τα τραγούδια!
Καλή διασκέδαση.
Όσο αξίζεις εσύ
κι η καρδιά σου η χρυσή
δεν αξίζουν μαζί
ο ουρανός κι όλη η γη, κι όλη η γη …
Όλοι οι άντρες ποθούν
στην καρδιά σου να μπουν
κι επειδή μ’ αγαπάς
με μισούν, με μισούν, με μισούν …
Μα εγώ σε σένα, καλή μου,
χρωστάω και τη ζωή μου,
μου άλλαξες την ψυχή μου,
τόσες συνήθειες κακές.
Με χίλιες δυο τριγυρνούσα
και τα λεφτά μου πετούσα,
αλήτης θα καταντούσα
μα όλ’ αυτά μέχρι χτες.
Μια ελληνική μεταφορά μπορείτε ν’ ακούσετε εδώ: όσο αξίζεις εσύ. Τη μουσική δεν την έγραψε ο Απόστολος Καλδάρας.
Ο Στέλιος Καζαντζίδης έγραψε (όχι τη μουσική) αλλά στίχους στα ελληνικά για το παραπάνω τραγούδι:
Αυτή η νύχτα μένει
που θα μαστε μαζί
θα φύγεις μακριά μου
πριν έρθει το πρωί…
Αγάπη μου σε χάνω
έτσι ήτανε γραμμένο
μα όσο ζω στον κόσμο
εσένα θα προσμένω
Αγάπη μου θα φύγεις
έτσι ήτανε γραμμένο
μα όσο ζω στον κόσμο
εσένα θα προσμένω
Μ’ αφήνεις τώρα που έμαθα κοντά σου
και ζω μονάχα για τον έρωτά σου
κι είμαι κομμάτι από την καρδιά σου
όχι όχι μη με παρατάς όχι όχι κι ας μη μ’ αγαπάς
Μείνε μαζί μου και μη μ’ αγαπήσεις
μόνο τα χάδια σου να μου χαρίσεις
και λίγο λίγο θα με συνηθίσεις
όχι όχι μη με παρατάς όχι όχι κι ας μη μ’ αγαπάς
Τι θα γίνω μες στη ζωή αν ξυπνήσω ένα πρωί
και κοιτάξω την αγκαλιά μου από μέσα να λείπεις εσύ
Μείνε μαζί μου και μη μ’ αγαπήσεις
μόνο τα χάδια σου να μου χαρίσεις
και λίγο λίγο θα με συνηθίσεις
όχι όχι μη με παρατάς όχι όχι κι ας μη μ’ αγαπάς
Στα ελληνικά η πρώτη εκτέλεση είναι με τον Μιχάλη Μενιδιάτη και τη Σοφία Κολλητήρη (σε ντουέτο). Το έχουν τραγουδίσει πολλοί. Ανάμεσά τους και ο Γιάννης Θυμάκης ο Σπύρος Ζαγοραίος καθώς και ο Γιώργος Νταλάρας με τη Γιώτα Λύδια.
Φυσικά, τη μουσική δεν την έγραψε ο Απόστολος Καλδάρας.
Το επόμενο τραγούδι έχει θέση «ύμνου» στη κατηγορία, «Mother India (1957) – duniya main hum aaye». Είναι από τα λίγα για τα οποία δεν ευδοκίμησε καμία προσπάθεια συγκάλυψης της καταγωγής του, μάλλον επειδή η ταινία από την οποία προέρχεται είχε μεγάλη επιτυχία και στην Ελλάδα κι όλοι γνώριζαν πια την πρώτη εκτέλεση στα ινδικά.
Καρδιά μου καημένη, πώς βαστάς και δε ραγίζεις
στον ψεύτη ντουνιά τόση απονιά που αντικρίζεις
Ησυχία και χαρά μέσα στη ζωή δεν έχω νιώσει
και μια αγάπη ακόμα που ’χα πιστέψει μ’ έχει πληγώσει
Δε με πόνεσε κανείς, -εις
Δε με πόνεσε κανείς, ούτε στιγμή μες στη ζωή μου
Μες στους δρόμους ξαφνικά κάποιο πρωί θα βγει η ψυχή μου
Καρδιά μου καημένη…
Η δική μου η καρδιά μοιάζει σαν αυγή συννεφιασμένη
Απ’ το μίσος του κόσμου κι από αγάπη είναι καμένη
Η μουσική είναι του πολύ γνωστού ινδού συνθέτη Naushad Ali, που είναι κάτι σαν τον Χατζιδάκι της Ινδίας. Πρώτη εκτέλεση από τις Lata, Miina και Usha Mangeshkar.
Από την ταινία “Mother India” (Bharat Mata) του 1957, με πρωταγωνίστρια τη μεγάλη Ναργκίς, παίχτηκε στην Ελλάδα με τον τίτλο «γη ποτισμένη με ιδρώτα» στα μέσα του 1960. Η ταινία έκανε πάταγο παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα έκανε ρεκόρ εισητηρίων. Κατευθείαν την ίδια χρονιά (1960) δισκογραφείται στην Ελλάδα από πολλούς. Την μουσική ισχυρίζεται ότι την έγραψε ο Μπάμπης Μπακάλης και τους στίχους ο Δημήτρης Γκούτης.
«... Απ’ τη Σοφάλα γύρισα πάλι πίσω στο Νατάλ, με σκοπό να μπαρκάρω για τη Ταναναρίβα, κι από ‘κει για τα νησιά Σεϋσέλ, απ’ όπου σκεδίαζα να τραβήξω πάλι στο Σίδνεϋ παίρνοντας τη γραμμή που κατεβαίνει απ’ το Άντεν. Αλλά στο Ντουρμπάν άλλαξα γνώμη και μπήκα μέσα σε μια γολέτα που τραβούσε για το Φαγκούα. Το νησί τούτο είναι σταθμός για τα καράβια που ψαρεύουν στις θάλασσες της Νοτιάς. Εκεί ξεχειμωνιάζουν και κάνουν τα τιμάρια τους για να πιάσουν πέλαγο την άνοιξη...»
«... Το γκρούπο του Φοο-ι-μάα ή του Μωυσή βρέθηκε το 1661 από κάποιο πορτουγέζικο καράβι που έπεσε τυχαίως απάνου του σε μια τρικυμία που το μάκρυνε από τον δρόμο της Ινδίας. […] Το Φαγκούα βρίσκεται σε 41 Ν. πλ. και 52 Α. μ. »
«... Σταμάτησα και κοίταζα γύρω μου. Ο ήλιος έκαιγε. Αραιά κομμάτια αφρός πηδούσαν εδώ κι εκεί απάνου στα βαθειά νερά. Το βογγητό της θάλασσας βαστούσε από τη μια εώς την άλλη άκρη απάνου στον άμμο κουφό και υποχθόνιο σαν να σκάβανε κάτου από τα πόδια μου. Τα φύκια έτρεχαν σαν ζωντανά απάνου στην ισόπεδη γης διωγμένα απ’ τις ελαφρές πνοές που πλανιόνταν ακόμα στο πέλαγο...»
«... Από το άλλο μέρος, το βουνό κατέβαινε στρωτά έως τα νερά ενός μικρού κόρφου, που ήτανε κλεισμένος απ’ όλα τα μέρη. Θεέ μου! Τι ουράνια ειρήνη μου ήρτε μπροστά στο λησμονημένο αυτό κομμάτι της θάλασσας! ... Από ‘κει που στεκόμουν ξεχώριζα κάτου από το καθαρό νερό τις πέτρες και τις πράσινες σκιές του βυθού. Με μιας φούσκωσε η καρδιά μου από κέφι. Τα ουράνια άνοιξαν απάνου απ’ το κεφάλι μου κι ο Θεός μου έστελνε τη χαρά του ...»
«... Γιατί κάθουμαι κ’ ιστορώ πράγματα έτσι τιποτένια; ...»
Αποσπάσματα Φώτη Κόντογλου ΕΡΓΑ Α’ ΓΙΑΒΑΣ Ο ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ Εκδοτικός Οίκος ΑΣΤΗΡ