Tag Archives: Ποίηση

Ο ποιητής άρρωστος

Vienna 10.12.2010

Vienna 10.12.2010

Απλώς λόγω του δικού μου ενδιαφέροντος σημειώνω εδώ αντιγράφοντας από την έντυπη έκδοση: Ελευθεροτυπία, Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ
Ο δικός του κομουνισμός

Μνημονεύοντας τον ποιητή Νίκο Καρούζο Ηταν Ιούλιος του 1990, όταν ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος ζήτησε να επισκεφθούμε τον φίλο του ποιητή Νίκο Καρούζο (είχε μελοποιήσει ποιήματά του) στον «Ερυθρό Σταυρό», όπου νοσηλευόταν, σοβαρά άρρωστος, χτυπημένος από καρκίνο.

Τέσσερα χρόνια πριν είχε αρνηθεί την τιμητική σύνταξη που του είχε δοθεί από το υπουργείο Πολιτισμού, επειδή τον είχαν τοποθετήσει στη β’ κατηγορία (για τον ίδιο λόγο την είχε αρνηθεί και η συγγραφέας Βούλα Δαμιανάκου). Που σημαίνει ότι αρνιόταν ένα σταθερό πόρο ζωής, αφού, ασχολούμενος μόνο με την ποίηση, ούτε άλλη σύνταξη είχε ή πρόσμενε ούτε ιατρική περίθαλψη.Εκεί στο νοσοκομείο μαθαίνουμε από τον ποιητή, γιατρό και φίλο του Μανόλη Πρατικάκη, που τον φρόντιζε, ότι νοσηλευόταν με χαρτί απορίας!

Φαινόταν καταπονημένος, αλλά χάρηκε που μας είδε. Πονούσε, δυσκολευόταν να φάει – με την κουβέντα όμως ζεστάθηκε, άρχισε να ζωηρεύει. Κάποια στιγμή επιθύμησε ένα τσιγάρο.

– Δεν πρέπει, αλλά καπνίζω πολύ λίγα… Πάμε όμως καλύτερα έξω…
Continue reading

Advertisements

Νίκος Καρούζος (ET1- Παρασκήνιο)

Νίκος Καρούζος (ET1- Παρασκήνιο) 53:20

Επεκτείνομεν σήμερον επικινδύνως την κυριαρχίαν μας επί της φύσεως

Αντέγραψα ένα καταπληκτικό κείμενο του Νίκου Καρούζου που διάβαζα χθες το βράδυ. Πρόκειται για κάτι που έγραψε τον Ιούνιο του 1975. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ξαφνικά καθαρεύουσα για να μιλήσει για τις εξελίξεις του μέλλοντος σε συνδυασμό με την ανθρώπινη φύση, την κτητικότητα κι ανακατεύει αναφορές για τη γλώσσα (την ελληνική) και στο τέλος τον θαυμασμό του για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Το μεγαλύτερο όμως μέρος του κειμένου αναφέρεται στις οικολογικές εξελίξεις είναι πολύ ενδιαφέρον. Καμιά φορά συνηθίζω δια της παράληψης τμημάτων των κειμένων να επικεντρώνω σ’ αυτό που θέλω να καταλάβω. Η αντιγραφή έγινε χωρίς να ακολουθηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου, στο μονοτονικό σύστημα.
Ψάρι, συγνώμη ιχθύς, σολομός (εξ Αλάσκας!) που μαγείρεψα χθες το βράδυ.
Sunday, December 2, 2007

Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ
ΚΑΙ ΑΙ ΠΡΟΣΗΛΩΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
[ΕΝΥΠΝΙΟΣ ΟΜΙΛΙΑ, ΦΩΣΦΟΡΙΖΟΥΣΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΩΣ,
ΕΝΩΠΙΟΝ ΠΥΚΝΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΕΛΑΤΩΝ
ΚΑΙ ΠΛΗΘΟΣ ΝΗΠΙΩΝ ΚΛΑΥΘΜΥΡΙΖΟΝΤΩΝ]

[…] Η εικών του κόσμου, συμφώνως προς την μετέωρον [αυτήν] άποψιν, πρόκειται να αλλάξη κατά τρόπον εντυπωσιακόν. Το σύνολον της ζωής, εν ολίγοις, προβλέπεται φωτεινότερον και βαθύτερον εις τον απέραντον δρόμον της Ειμαρμένης… Καθ’ ημάς εντούτοις αι του μέλλοντος ενατενίσεις ουδεμίαν έχουν ουσιώδη σημασίαν και μεθ’ όλης της απλής πραγματικότητος υποστηρίζομεν ότι κατ’ αρχαίαν και αδιάσειστον αλήθεια οι άνθρωποι, και παρά πάσαν βροτείαν πρόοδον, εξακολουθούντες αδιακόπτως να τέρπωνται και να οδυνώνται, υπό τον αόμματον ήλιον, εντός της πνιγηράς ατομικότητος, ήγουν της κτητικότητος, μίαν και μόνην μεταμόρφωσιν χρειάζονται, την προκαλουμένην από την συνείδησιν της απτής μοναδικότητος του παρόντος, ιδρυομένης εις την αποποίησιν του κακού, και το κακόν είναι πάντοτε και συλλήβδην η ατομικότης, η καταλύουσα υπούλως το πρόσωπον, ως δήθεν εσωτέρα αυτού δύναμις και προάσπισις. Παρήγορον πάντως ας θεωρήσωμεν ότι, παρ’ οιασδήποτε σοβαράς αμφιβολίας δια τα φωτεινότερα και βαθύτερα του μέλλοντος, ο παμμεγέθης Έρως δεν θα παύση να διαστέλλη τους οφθαλμούς των εν ηδονή κλυδωνιζομένων. Ανατιλέκτως, θα έχωμεν σπουδαίας μεταβολάς της Σκέψεως, αλλά και άλλας μυθιστορίας περί Υπάρξεως, άλλα τερτίπια της διανοίας, άλλα ευρήματα εις το διαβολάλωνο, την αυγούσταν επιστήμην αενάως εκλεπτυνομένην, πλην ο θάνατος, δηλονότι ο Έρως εν ετέρα μορφή ουδ’ αυτός θα παραλείψει να έκχέη το υπέροχον μύρον της ανυπαρξίας.
Ομιλώ εις την ηδύλαλον καθαρεύουσα, γλώσσαν η οποία λειτουργεί δι’ όλους ομοιομόρφως και κατ’ αυτόν τον τρόπον μας επιτρέπει να σχηματίζωμεν ακόπως τας σκέψεις μας. Είναι αυτή αναγκαία, μάλιστα, εις ωρισμένας περιπτώσεις. Χαρίζει άλλωστε κάτι το υπερφυσικόν εις τον έλληνα. Οδηγεί ευκολώτερον εις την εκκλησίαν. […]

Επεκτείνομεν σήμερον επικινδύνως την κυριαρχίαν μας επί της φύσεως, εκτοπίζομεν αυτήν καθ’ ημέραν και βαναυσότερον. Εξοντώνομεν τα δύστηνα όρη και, τρισχειρότεροι του Τζακ εκείνου του Αντεροβγάλτη, κρεουργούμεν ελαφρά τη καρδία τα πανάγια δάση. Καταστρέφομεν εκτάσεις και εκτάσεις, δια να υψώνομεν κατ’ αριθμόν μέγαν και αεί συντελούμενον πελώρια κυτία σπίρτων, τας λεγομένας πολυκατοικίας ή τους ακόρεστους πύργους, ως εκείνος ο ανθελληνικώτατος των Αμπελοκήπων, αφανίζοντες ταυτοχρόνως τον άσπιλον και όλως αδιαμαρτύρητον αέρα δια θαυμασίων καυσαερίων, ενώ παραλλήλως μολύνομεν εκ συστήματος την θάλασσαν, την δήθεν ηγαπημένην και δια κοπρώδους σωρείας ελαφρών ασμάτων μονοτόνως εξυμνουμένην – εξελίξεις, λέγουν αι οποίαι, όμως, προσθέτομεν ημείς και δεν σφαλλόμεθα, προσφέρουν και εις αυτούς ακόμη τους λαύρους και γαυριώντας εξελικτικούς ερεβώδη απελπισίαν, εξελίξεις, βεβαίως, και αύριον ή μεθαύριον – ιδικαί μας αι ασθμαίνουσαι ως αραβικαί φορβάδες δεκαετίαι και τας εύχομαι δι’ όλους πολλάς εκ βαθέων καρδίας – θα έχωμεν αεροβιομηχανίας, λόγου χάριν, και θα αγοράζομεν «καθαρόν αέρα Ολύμπου» και «καθαρόν αέρα Ιμαλαΐων», εντός πλαστικού πιθανώς ή και φιάλης, χαράς ευαγγέλια μάλιστα δια τας εταιρείας διαφημίσεων, την αφόρητον τηλεόρασιν, όσον και την φορητήν, και τα συναφή τούτων…
Αλλ’ έχομεν τα άστρα, θα κραυγάση ευδαίμων ο ιδεολόγος οπτιμιστής, ομιλών από άλλης, αναντιρρήτως, και απωτάτης ανθρωπότητος, διότι ημείς αναμφιβόλως, παρ’ όλας τας ιλιγγιώδης επιτεύξεις της Ιατρικής, δεν θα υπάρχωμεν δια να απολαύσωμεν το «φωτεινότερον και βαθύτερον» του κόσμου τούτου – τι μέγα κρίμα… Σημειούμεν εν τούτοις μετά πολλής της θλίψεως ότι οπουδήποτε και να φτάση ο άνθρωπος τα αυτά ή και χειρότερα θα πράξη, συνεχίζων εξαιρέτως την μελαγχολικήν ιστορίαν της κτητικότητος. Επομένως, η αληθής και σωτηριώδης εξέλιξις έγκειται εις θεάρεστον λύσιν του παλαιολιθικού προβλήματος της υπάρξεως και η λύσις αυτή λέγει ότι πρέπει κάποτε να επεκτείνωμεν την καρδίαν εις τας προς αλλήλους σχέσεις μας και τας προς την φύσιν, ήγουν την μη-κτητικότητα, πρέπει κάποτε να επεκτείνωμεν την εν ημίν αθωότητα την οποίαν αλίμονο αφανίζει η αδιάκοπος τάσις προς πολιτισμόν, ήτοι προς κτήσιν. Ήδη δε το όνειρον πολλών ανθρώπων αφυπνιζομένων είναι μόλις ένα χωραφάκι με πενιχρόν οικίσκον εις τας νήσους ή την χερσαίαν ύπαιθρον, αλλ’ όμως βεβαιωθήτωσαν άπαντες ότι προς αυτήν την κατεύθυνσιν η αντίστασις αποβαίνει ματαία, διότι η μάχη πρέπει να δοθεί εντός της ίδιας της κολάσεως, η οποία, εάν την αφήσομεν αμέριμνοι να επεκτείνεται και να επεκτείνεται, θα κατακαλύψη μίαν ημέραν με τας πολλαπλασιαζομένας αυτής φλόγας και το λυτρωτικόν χωραφάκι μας και τον οικίσκον…

Κατακλείοντες την ζοφεράν αυτήν ομιλίαν, εν τη καλή προαιρέσει να ευχαριστήσωμεν και τους δημοτικιστάς, μνημονεύομεν σχετικόν προς τας ανωτέρω σκέψεις μας ποιημάτιον, το οποίον παλαιότερον εφιλοτεχνήσαμεν υπό τον τίτλον «Ο άκέραιος κυρ Αλέξανδρος»:

[…]
Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει
πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο
κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα
πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.
Μα είν’ αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση
με ξυπόλυτα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.
Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος
εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης
και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.

Του Νίκου Καρούζου
(Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1926 και πέθανε στην Αθήνα το 1990)
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σπείρα, τεύχος 2, Ιούνιος 1975 σελ. 108-109. Το απόσπασμα είναι αντεγραμμένο εδώ, από το «Νίκος Καρούζος, πεζά κείμενα», Νοέμβριος 1998, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ (ISBN 960-7721-40-3) με φιλολογική επιμέλεια της Ελισάβετ Λαλουδάκη. Η αντιγραφή έγινε χωρίς να ακολουθηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου, στο μονοτονικό σύστημα.
Cologne today, (14:39) Monday, December 3, 2007
(mobile phone photo)

Αυτοκινητόμορφος μπετονένιος όγκος πάνω στη διαχωριστική νησίδα ανάμεσα στα πραγματικά αυτοκίνητα της πόλης. Πρόκειται για γλυπτό έργο στημένο εδώ και πολλά χρόνια στη μέση πολυσύχναστου κεντρικού δρόμου στη Κολωνία. (Άλλη φορά θα ψάξω και θα βρω στοιχεία για τον καλλιτέχνη και το έργο, γιατί με εντυπωσιάζει εδώ και 10 χρόνια αυτό το ακίνητο «αυτοκίνητο» από τσιμέντο)

Ανδρέας Κάλβος (Andreas Kalvos)

a
Diejenigen die die Kupferhand
schwer der Angst fühlen,
das Joch der Sklaverei sollen sie behalten;
Tugend und Mut will
die Freiheit

DIE LYRISCHEN
Von Andreas Kalvos. Verlegt in Paris in 1826
Lied viertes AUF SAMOS (Abschnitt)

α’
Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.


ΤΑ ΛΥΡΙΚΑ
Tου Ανδρέα Κάλβου. Εκδόθηκε στο Παρίσι το 1826.
Ωδή τετάρτη ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ (απόσπασμα)


Richards flat in Düsseldorf. Tuesday, November 27, 2007

Εξαιτίας της συγκυρίας άσχετων κατά βάθος μεταξύ των συμβάντων της προηγούμενης βδομάδας και των τελευταίων ημερών, ξανασυνάντησα ένα ποιητή που λίγο γνωρίζω. Είναι απ’ αυτές τις συγκυρίες που εύκολα ονομάζονται πολλές φορές συμπτώσεις. Αλλά η μόνη σύμπτωση είμαι εγώ ο ίδιος που οδηγώ τα συμβάντα να συμβαίνουν γύρω μου και να τα αντιλαμβάνομαι με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν συνοχή την οποία εκ των υστέρων θαυμάζω κι απορώ σαν σύμπτωση! Θέλω να πω ότι αν υπάρχει μια σύμπτωση, τότε πρόκειται για την συγκυρία των παράλληλων και διαδοχικών συμβάντων που διαλέγω να αντιληφθώ και να συμπέσουν σ’ εμένα. «Να υποπέσουν στην αντίληψή μου» που λέγανε παλιότερα…

Richards flat in Düsseldorf. Tuesday, November 27, 2007


Εννοώ φυσικά τον Ανδρέα Κάλβο. Αυτό που κυρίως γνώριζα από πολλά χρόνια τώρα ήταν οι παραπάνω γνωστοί στοίχοι. Ομολογώ ότι μόνο μέσα από αυτή τη μισή αποσπασματική γνώση τέτοιων λίγων στίχων, έφτανε αυτό για να ανεβαίνει η δύναμη τους κάθε τόσο και να με απασχολούν. Κάτι σημαντικό, δυνατό και στρόγγυλο κρύβονταν σαν φανερωμένο μυστικό στα λόγια του ποιητή και μπορούσε να δίνει υλικό για σκέψη και συζήτηση για πολλές στιγμές και για πολλά χρόνια. Όπως συμβαίνει συνήθως δηλαδή με τα ποιήματα.

Το σημαντικό όταν μαθαίνω περισσότερα γι αυτόν το ποιητή μετατοπίζεται τελευταία από την «αρετή» και την «τόλμη». Μετατοπίζεται στην όρεξη για χαρά. Ο ποιητής μέσα από τις συγκυρίες της προσωπικής του βιογραφίας και τις συγκυρίες της ιστορίας μέσα στις οποίες τυχαίνει να τον ρίξει η ζωή, διαλέγει να θέσει ακόμη και την τέχνη του, την ποιητική δημιουργία στην υπηρεσία του αγώνα. Έτσι δικαιολογείται και η θεματολογία που επιλέγει και η αυστηρότητα της φωνής του και του ύφους που βγαίνει από τη γλώσσα του. Το καταπληκτικό είναι ότι άλλοι ποιητές πολύ αργότερα στον εικοστό αιώνα ανακαλύπτουν και τραβούν στην επιφάνεια τον νέο υγιή άνθρωπο που έχει όρεξη για χαρά και ζωή και ομορφιά. Παραθέτω πως μιλάει γι’ αυτόν και τι διαλέγει ο Οδυσσέας Ελύτης:

Αυτός ο ζωντανός έφηβος με την αμίαντη δροσιά της ψυχής του στυλώνει πάντοτε, από το Λιβόρνο όπου βρίσκεται, τα ορθάνοιχτα και αχόρταγα μάτια του

«επί το μέγα πρόσωπον της γής πολυβοτάνου, ‘κει οπού τα δάκρυα της νυκτός γίνονται κρίνοι, ‘κει οπού ο Ήλιος φαίνεται εις τον ορίζοντα ωσάν χαράς ιδέα και τα πολλά νησιά δείχνει του Αιγαίου».

Θα μπορούσε, στ’ αλήθεια, να κάνει εκεί μια ζωή ελεύθερη, επάνω στα ευτυχισμένα χώματα, μέσα σε πλούσια περιβόλια, μαζί με «κοράσια οπ’ είχαν ψυχήν ‘σαν φλόγα, χείλη ‘σαν δροσισμένα ρόδα, λαιμόν σαν γάλα». Ή, ακόμα, ύστερα από κάποιο μεγαλόπρεπο δείλι, «όταν το εσπέριον άστρον ο ουρανός ανάπτη», θα μπορούσε να δοκιμάσει την απροσδιόριστη – τόσο γλυκιά και τόσο πικρή μαζί – γεύση της νεότητας, ν’ αναζητήσει μέσα στα «γέμοντα έρωτος και φωνών μουσικών θαλάσσια ξύλα το σώμα και το στήθος των λαμπρών Ζακυνθίων, άνθος παρθένων». Να γείρει πίσω το κεφάλι του ευτυχισμένος ενώ μέσ’ από τη μεγάλη καρδιά της θάλασσας θα ‘φτανε, από πολύ μακριά, «των πλεόντων το έϊα μάλα». Θα μπορούσε… Γι’ αυτό και με κόπο συγκρατεί μια κραυγή που έπνιγε από καιρό τα στήθη του:

«Α! μόνον ας ζήση ο άνθρωπος, ότι είναι η γη παράδεισος, και η ζωή μία».


Richards flat in Düsseldorf. Tuesday, November 27, 2007
This view in Google Maps >>

Τα μυρισμένα χείλη
της ημέρας φιλούσι
το αναπαυόμενον μέτωπον
της οικουμένης […]

Όπου τρέμουσιν άπειρα
τα φώτα της νυκτός,
εκεί υψηλά πλατύνεται
ο γαλαξίας και χύνει
δρόσου σταγόνας.

PFAD ZUM INNERSTEN GEDANKEN

Nikos Karousos
Born in Nafplion in 1926 and died in Athens in 1990.
His final volume appeared, posthumously, in 1991.
PFAD ZUM INNERSTEN GEDANKEN

Ich höre; du bist Musik
aber wer kann das Hören
hören?
Was willst du mit so viel Musik mit ohne Fleisch
ohne ihre Todeslaken die aus Smaragden
und ohne
den Pflaumenfarbigen Geflügel von dem schnellen
Altern der stilllosen Insekten…
Ein exzellenter Singer wie du es schon kennst
ist die rohe die am meisten gefärbte Erscheinung
und die große Mobile Schlucht des Wales
zwischen der Streitigkeit im chemischen hellblauen
-brauchst jetzt nicht laut zu sagen, wir kennen es alle
wohin der Eros sie hingeschleppt hat
mit seinem Nagel herumbohrend die gnadenlose
Dunkelheit.
Und der Dichter was macht er -wirst du mir sagen…
Er sorgt so dass
die Quellen des Wahnsinns austrocknen.

Nikos Karousos ERINERUNGS VERGESSENHEIT [1982]
Übersätzungsversuch : delta-kapa

ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΝΔΟΜΥΧΟ ΣΤΟΧΑΣΜΟ

Σ’ ακούω είσαι μουσική
μα όμως ποιος μπορεί ν’ ακούει
την ακοή;
Τι ναν την κάνεις τόση μουσική με δίχως κρέατα
δίχως τα σάβανά της τα σμαράγδινα
και δίχως
τα βυσσινιά φτερούγια στα ογλήγορα
γερατειά των αεικίνητων εντόμων…
Ένας υπέροχος τραγουδιστής όπως το ξέρεις
εν’ η ωμότητα η πιο βαμμένη λάμψη
και το μεγάλο κινητό φαράγγι της φάλαινας
ανάμεσα στην έριδα στο χημικό γαλάζιο
– μην το φωνάξεις τώρα, όλοι το γνωρίζουμε
οπού ο έρωτας την έχει σκυλοκουβαλήσει
σκαλίζοντας με το νύχι του το άσπονδο ολόγυρα
σκοτάδι.
Κι ο ποιητής τι κάνει – θα μου πεις…
Αυτός κοιτάζει
να στερέψει τις πηγές της τρέλας.

Νίκος Καρούζος ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΛΗΘΗ [1982]

Interesting articles:

From essays published in a special issue of Vivliothiki (a book-review section of the national newspaper Eleftherotypia) dedicated to Karouzos, September 25, 1998.

Issue 2.699 of the 57th year (August 9-23, 1979) of the French weekly literary review of the time Les Nouvelles Littéraires, Nikos Karouzos wrote the following self-explanatory text, typed in red ink and in the traditional polytonic system:

Nobody asked me to write. Consequently, no mathematical logic is in my favour if I should seek justification. In the end, the way I am adapting to exist as a poet is like a man who is grazing his own personal sheep without being a shepherd at all. Possibly I may exist as a poet because I did not become an astronomer, as I imagined I would as a child, or a philosopher, as I thought about later, absorbed exclusively in philosophical interests. The fact is this: poetry keeps me hanging onto the bitterness that we call life, and life devotes me to poetry. I resent existing, but existing – damn it to hell – has a certain allure, as they say. This contradiction is crushing me. I would say that no, I am not a automobilist of verses, I am a walker of verses; I don’t belong to highways (Pythagoras told us to avoid walking on them); I created my own path by myself, and nobody treads it but love and I. The poet’s drama, in my opinion, is not to express reality, but to overcome it. The true poet creates outstanding business with existence – that’s what I believe – and his vision, a chimera if you wish, is to break the fetters of reality. For me, poetry is an ontological self-illusion, unless the poet meets and achieves the freedom of existence (i.e. the extinguishing or reduction of the ego to the intellect of the heart – i.e. what used to be called holiness) which shatters reality and leads man to the living infinity of universality.

Dimitris Kalokyris: Stones of Dreams

Examining the philosophical ideas behind Karouzos’ poetry, Tassos Goudelis finds that the concept of ‘existence’ lies at the bottom of them all. “This elemental word, shattered or rather proteanly transformable in Karouzos’ verses, offers magical flights, diverse hues and an unfathomable depth that simply astounds.”

“I suckle divinity / it suckles me”
Nikos Karouzos

For Karouzos, the world, things in general, are creations of language and time: these two concepts fuse with their creations and may become ‘apparent’ like lightning exclusively through the medium of great poetry. At this point, it is easy to understand the dimension that the poet ascribed to the word ‘create’ – which in Greek is the etymological root of poetry (poio).

Tassos Goudelis: Gaol and Supplication

Although Karouzos is not a religious poet, God-inspired and spiritual elements play an important part in his work, argues Vangelis Xadjivassiliou. “For though God features regularly in it, he does not do so in order to reassure or promise but to enlarge and intensify the void of existence and the anguish and agony of death to their very limits.”

Vangelis Xadjivassiliou: Our Gods are Made of Clay

Poesie

Waiting in IKEA. Tuesday, October 30, 2007
Ich denke dass wir dem Inhalt des Lebens befreit von jeder Überzeugung oder vorgeurteiltes Auffassungsvermögen, gegenübertreten könnten. So dringen wir mehr und ruhiger in der Realität ein. Folglich, das einzige was ich zu sagen habe ist dass die zeitgenossische Poesie das ist was sie ist.
Tatsächlich, die Poesie hat Teilnahme an den Werten des Kosmos. Sie drückt aus, tiefere archetypische Nostalgien des Menschen, und ist die wichtigste Schule für Freiheit. Sie zeigt dem Menschen seine Bindungen mit etwas Absolutem, mit etwas was keine Auslegung zulässt. Meine Meinung ist dass die Poesie in komplexere als früher Vergegenwärtigungen der Existenz hingeht und in mehr innere “Ausblicke”…

Nikos Karousos, Interviews Abschnitt aus der Zeitung Νέα Πολιτεία, 22 Oktober 1969

Σκέφτομαι ότι θα μπορούσαμε ν’ αντιμετωπίζουμε το περιεχόμενο της ζωής απαλλαγμένο από κάθε πεποίθηση ή προκαταβολική αντίληψη. Έτσι, μπαίνουμε περισσότερο, και πιο ήρεμα, στην πραγματικότητα. Συνεπώς , το μόνο που έχω να πω είναι ότι η σύγχρονη ποίηση είναι αυτή που είναι.
Πραγματικά, η ποίηση μετέχει στις αξίες του κόσμου. Εκφράζει βαθύτερες αρχετυπικές νοσταλγίες του ανθρώπου, και είναι το σπουδαιότερο σχολείο ελευθερίας. Δείχνει στον άνθρωπο τους δεσμούς του με κάτι απόλυτο, με κάτι ανεπίδεκτο ερμηνείας, Η γνώμη μου είναι ότι η ποίηση προχωρεί σε πιο πολύπλοκες από άλλοτε συνειδητοποιήσεις της υπάρξεως και σε πιο εσωτερικές “θέες”…

Δίνονται κάθε τόσο διάφοροι ορισμοί (για την ποίηση). Προσωπικά, δεν συμπαθώ καθόλου τους ορισμούς, γιατί σκεπάζουν αντί να ξεσκεπάζουν τα ζητήματα. Ειδικά στο θέμα της ποιητικής λειτουργίας και κατ’ επέκταση της ποιήσεως, οι δυσκολίες να την ορίσουμε αυξάνουν, επειδή κάθε ποιητής είναι και ένα είδος ορισμού της ποιήσεως…

Η μοναξιά, φίλε, είναι τρομερή στις μέρες μας. Το κακό το έκανε η περίφημη «καταναλωτική κοινωνία», στην οποία ζούμε. Πολλαπλασιάζουμε ολοένα τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, με αποτέλεσμα να μην έχουμε ούτε λεπτό της ώρας για ανθρώπινη επαφή, για γνησιότητα επικοινωνίας. Η μοναξιά μας γίνεται έτσι το σκληρό τίμημα της παγερής ομαδικότητας, που καθορίζεται από δυο θεότητες: την ταχύτητα και τη διαφήμιση.

Και πώς εξηγείται το γεγονός ότι το είδος (η ποίηση) στη χώρα μας δεν έχει μεγάλο αναγνωστικό κοινό; Μήπως αυτό οφείλεται στην «ερμητικότητα» της μοντέρνας ποιήσεως;

Οφείλεται κ α ι στην «ερμητικότητα». Βασικά, όμως, προέρχεται από το χαμηλό πνευματικό επίπεδο του μεγάλου αναγνωστικού κοινού. Βλέπετε την κυκλοφορία που έχουν τα φτηνά σε περιεχόμενο έντυπα, βλέπετε τη λύσσα που έχει πιάσει τον κόσμο για εύκολη απόλαυση… Πώς να υπάρξει, λοιπόν, αναγνωστικό κοινό της ποιήσεως; Υπάρχει μόνο η αδυναμία των περισσοτέρων ανθρώπων να ξεπεράσουν την τυπική λογική τους.

Η ποίηση δεν πιστεύω πως θα χαθεί ποτέ από τον κόσμο. Γι’ αυτό το πράγμα είμαι βέβαιος, επειδή δεν θα λείψουν ποτέ οι ποιητές. Άλλο τόσο βέβαιος είμαι, ωστόσο, για το γεγονός ότι δεν έχει στο ιλιγγιώδες τεχνολογικό μέλλον σπουδαίες πιθανότητες να παίξει, […] λυτρωτικό ρόλο. Χωρίς να κινδυνεύει σαν δημιουργική ανάγκη, θα τοποθετηθεί στην άκρη της Ιστορίας. Όλα, όμως, είναι μακροχρονίως προσωρινά!

Ο ποιητής, ο καλλιτέχνης γενικά, είναι ένα «πρόσωπο», με τη φιλοσοφική διάσταση που παίρνει η λέξη. Αλλά με την ίδια διάσταση είναι και μια απρόσωπη δύναμη. Μάχεται με την έκφραση για τον αυτοκαθορισμό του, που περιέχει τη λαχτάρα της ταυτίσεως με τη ζωή.

Από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου»
εκδόσεις Ίκαρος 2002,
ISBN 960-7721-80-2 Απόσπασμα από δημοσίευση στην εφημερίδα Νέα Πολιτεία, 22 Οκτωβρίου 1969. Ο ποιητής Νίκος Καρούζος μιλά με τον Δημήτρη Βαρούτση.

HOMO GRAECUS

Μερικοί σκόρπιοι στίχοι από διάφορα ποιήματα του κυρίου Νίκου Καρούζου:

«Κάθε πότε ν’ αλλάζουν άραγες οι θεοί
μπαταρίες στο φεγγαράκι;»

«Φεγγάρι μου στη σκοτεινιά ζεστό βυζί της νύχτας»

«Ο ήλιος είναι τ’ ουρανού κ’ η σκέψη του ανθρώπου»

«Στα μοναστήρια κατοικίδιος ο θάνατος —
καθώς τ’ απόμακρα των λουόμενων θαλασσόλογα»

«— φαντάζεσαι τώρα μια τίγρη να θυμιατίζει
(εννοώ μια τίγρη πραγματική)»

«Σαν το άλογο στο σκάκι
την ευθεία πάντα την απεχθάνομαι.
Σαν το άλογο στο σκάκι
τη Φύση το Νου και τη Τύχη
μέσ’ στα έγκατα θα αισθάνομαι.
Μικροί κι αόρατοι πηδηχτοί των φυλλωμάτων ήχοι».

«Μην τα βάλεις με τη πλάνη — σε εξορκίζω —
θαν τα βάλεις έτσι και με την αλήθεια
τη μάνα της τη μπελαλού».

«2. Το καθαρόαιμο αριστούργημα
ή εκείνη η γυναίκα
βαδίζοντας στον δρόμο ωσάν
λήκηθος.
3. Τέσσερα πέντε έξι εφτά
οχτώ εννέα δέκα».

Κυριακή 19 Αυγούστου 2007 (made with a mobile phone)

Κι ένα ολόκληρο:

HOMO GRAECUS
Δύναμαι τ’ άστρα της θωριάς και τ΄ άστρα του θανάτου.
Τρία υπομένω γιατρικά τρία σακατηλίκια
τρεις είν’ οι λάμψεις του φιδιού και τρεις οι περιστέρες:
μια το μυαλό μια η ζωή και μια ο έρμος κόσμος.
Τριάντα μέρες έσκαβα τη γη με το βελόνι,
Βρήκα τ’ αθάνατο νερό τη δίψα να πυργώνει.
Κ’ είπα και χασμουρήθηκα πριχού να κλώσει ο ήλιος:
— Ο χώρος είν’ αγκάλιασμα κι ο χρόνος λεφτοκάρυ
κι ο έρωτας γλυκό φιλί σε κρεμμυδένιο χείλι. —
Σαρανταβέργινο κλουβί ο κόσμος που με ζώνει
— σχεδόν Τα Τείχη.

Σελ. 294, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β΄ (1979-1991)
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ ISBN 960-7233-51-4

λεφτοκάρι [λεπτοκάρυον] (το) ουσ. το φουντούκι λεφτοκαριά [λεπτοκαρύα] (η) ουσ. λεπτοκαρύα, φουντουκιά:
λεφτοκαριάν εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα
και λεφτοκάριν έφαγα και λευτεριά δεν είδα
(δημ. τραγ.)