Tag Archives: Παναγιώτης Κονδύλης

Έκπληξη από μια καθημερινότητα

"How much does it take", mass concrete and plastic chair. Sculpture from Nina Nowak at the class of Prof. Richard Deacon. Rundgang 2011, Kunstakademie Düsseldorf

"How much does it take", mass concrete and plastic chair. Sculpture from Nina Nowak at the class of Prof. Richard Deacon. Rundgang 2011, Kunstakademie Düsseldorf

Στα προβλήματα που φανερώθηκαν με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και την πτώχευση του δημοσίου, συμπεριλαμβάνονται δύο πολύ σημαντικές αδυναμίες:

  • Η πρακτική απουσία της τρίτης εξουσίας, της δικαστικής δηλαδή,
  • η πολύ κακή απόδωση της λεγόμενης «τέταρτης εξουσίας», δηλαδή το χαμηλό και κακό επίπεδο στο τύπο, στα μέσα επικοινωνίας και στη δημοσιογραφία που ασκείται στην Ελλάδα.

Νομίζω ότι όσο σημαντικές είναι οι ευθύνες των κυβερνήσεων και της νομοθετικής εξουσίας για την άσχημη κατάσταση στην Ελλάδα, τόσο σημαντικές και εγκληματικές είναι και η απουσία μιας ανεξάρτητης αυτόβουλης δικαστικής εξουσίας καθώς και η έλλειψη του ελεγχου που θα έπρεπε να ασκείται από την δημοσιογραφία και τον δημόσιο διάλογο στα μέσα επικοινωνίας από τους ανθρώπους που δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί. Γιατί είναι βέβαιο ότι αν αυτά τα δύο λειτουργούσαν, τότε δεν θα είχε αυτή τη πορεία η χώρα. Ειδικά η δημοσιογραφία, που υποτίθεται ότι δεν υπόκειται στις απαρχαιωμένες δύσκαμπτες κρατικές δομές είναι πολύ αρνητικά παρεξηγημένη. Δημοσιογράφος δεν είναι αυτός που με γλαφυρό τρόπο περιγράφει και καταγγέλλει τα χάλια γύρω του. Το βασικό κομμάτι της δημοσιογραφικής δουλειάς, η καταγραφή και η ουσιώδης καταμέτρηση, των γυμνών γεγονότων και των μετρήσιμων στοιχείων που τα πλαισιώνουν, στα ελληνικά μέσα επικοινωνίας απλά δεν γίνεται. Οι περισσότεροι που δημοσιογραφούν στην Ελλάδα απλώς λένε τη γνώμη τους. Απόδειξη αυτού είναι η έκπληξη της «ξαφνικής» οικονομικής κρίσης και της ελληνικής χρεοκοπίας. Γιατί έπεσε τόσο αναπάντεχα ο ουρανός στα κεφάλια των Ελλήνων; Αφού η πορεία διαγράφονταν προς αυτό το αποτέλεσμα εδώ και δεκαετίες.

Παρακάτω στο κείμενο πρόκειται για μια αντιγραφή με επιλογές από ένα κομμάτι του Παναγιώτη Κονδύλη με τον τίτλο:
«Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής»
που αποτελεί επίμετρο στο βιβλίο: «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο» (1992).

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι σε κείμενο γραμμένο προ εικοσαετίας, ο Παναγιώτης Κονδύλης σχεδόν σε ρόλο  Λαοκόωντα, να προσπαθεί να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου και αναφέρεται σε ο,τι ζούμε το 2011 καθώς και σ’ αυτά που είναι πιθανό ν’ ακολουθήσουν. Δούρειος Ίππος στην περίπτωση αυτή, ο παρασιτικός καταναλωτισμός καθώς και ο κοινωνικός και ιστορικός παρασιτισμός που με απλοποιητικό τρόπο κυριάρχησε στην Ελλάδα κυρίως από το 1974 και μετά. Με τη βοήθεια του δεξιού κι αριστερού λαικισμού και μιας πολιτικής κάστας της δημαγωγίας από τη «γεννιά του Πολυτεχνείου» και τους πολυπληθείς ανερχόμενους μικροαστούς που σάρωσαν την ηλιόλουστη επικράτεια χωρίς κανένα δημιουργικό όραμα παρά μόνο ότι κινιόταν μέσα στο φάσμα που ξεκινούσε από το «βόλεμα» κι έφτανε μέχρι την «μπάζα». Κοινός σταθερός διαστρωματικό στόχος της κοινωνίας, ήταν να την «αράξει» αγνοόντας την ιστορική κινητικότητα του πλανήτη και τη νέα χιλιετία. Αυτά συνδυασμένα με τους νοητικούς περιορισμούς ενός παιδικού θυμικού της άρνησης της ευθύνης για τον άγνωστο άλλο για πράγματα αφηρημένα και απόμακρα όπως το δημόσιο καλό το μέλλον (!) στην ουσία για τα ίδια του τα παιδιά, δημιούργησαν την αργή εθνική καταστροφή της παραγωγικής και οικονομικής υπόστασης της χώρας σαν προυπόθεση (ή καλύτερα, έλλειμα προυποθέσεων) για τη δυνατότητα πολιτικών  και γενικά εθνικών επιλογών στο μέλλον.

Ακολουθούν τα αποσπάσματα από το κείμενο του Παναγιώτη Κονδύλη. Οι υπογραμμίσεις είναι από μένα.

Τον καταναλωτισμό (…) δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ό όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν. Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων.

Continue reading

Advertisements