boat

Entries tagged as ‘Νίκος Καρούζος’

Επεκτείνομεν σήμερον επικινδύνως την κυριαρχίαν μας επί της φύσεως

December 3, 2007 · Leave a Comment

Αντέγραψα ένα καταπληκτικό κείμενο του Νίκου Καρούζου που διάβαζα χθες το βράδυ. Πρόκειται για κάτι που έγραψε τον Ιούνιο του 1975. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ξαφνικά καθαρεύουσα για να μιλήσει για τις εξελίξεις του μέλλοντος σε συνδυασμό με την ανθρώπινη φύση, την κτητικότητα κι ανακατεύει αναφορές για τη γλώσσα (την ελληνική) και στο τέλος τον θαυμασμό του για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Το μεγαλύτερο όμως μέρος του κειμένου αναφέρεται στις οικολογικές εξελίξεις είναι πολύ ενδιαφέρον. Καμιά φορά συνηθίζω δια της παράληψης τμημάτων των κειμένων να επικεντρώνω σ’ αυτό που θέλω να καταλάβω. Η αντιγραφή έγινε χωρίς να ακολουθηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου, στο μονοτονικό σύστημα.
Ψάρι, συγνώμη ιχθύς, σολομός (εξ Αλάσκας!) που μαγείρεψα χθες το βράδυ.
Sunday, December 2, 2007

Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ
ΚΑΙ ΑΙ ΠΡΟΣΗΛΩΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
[ΕΝΥΠΝΙΟΣ ΟΜΙΛΙΑ, ΦΩΣΦΟΡΙΖΟΥΣΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΩΣ,
ΕΝΩΠΙΟΝ ΠΥΚΝΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΕΛΑΤΩΝ
ΚΑΙ ΠΛΗΘΟΣ ΝΗΠΙΩΝ ΚΛΑΥΘΜΥΡΙΖΟΝΤΩΝ]

[…] Η εικών του κόσμου, συμφώνως προς την μετέωρον [αυτήν] άποψιν, πρόκειται να αλλάξη κατά τρόπον εντυπωσιακόν. Το σύνολον της ζωής, εν ολίγοις, προβλέπεται φωτεινότερον και βαθύτερον εις τον απέραντον δρόμον της Ειμαρμένης… Καθ’ ημάς εντούτοις αι του μέλλοντος ενατενίσεις ουδεμίαν έχουν ουσιώδη σημασίαν και μεθ’ όλης της απλής πραγματικότητος υποστηρίζομεν ότι κατ’ αρχαίαν και αδιάσειστον αλήθεια οι άνθρωποι, και παρά πάσαν βροτείαν πρόοδον, εξακολουθούντες αδιακόπτως να τέρπωνται και να οδυνώνται, υπό τον αόμματον ήλιον, εντός της πνιγηράς ατομικότητος, ήγουν της κτητικότητος, μίαν και μόνην μεταμόρφωσιν χρειάζονται, την προκαλουμένην από την συνείδησιν της απτής μοναδικότητος του παρόντος, ιδρυομένης εις την αποποίησιν του κακού, και το κακόν είναι πάντοτε και συλλήβδην η ατομικότης, η καταλύουσα υπούλως το πρόσωπον, ως δήθεν εσωτέρα αυτού δύναμις και προάσπισις. Παρήγορον πάντως ας θεωρήσωμεν ότι, παρ’ οιασδήποτε σοβαράς αμφιβολίας δια τα φωτεινότερα και βαθύτερα του μέλλοντος, ο παμμεγέθης Έρως δεν θα παύση να διαστέλλη τους οφθαλμούς των εν ηδονή κλυδωνιζομένων. Ανατιλέκτως, θα έχωμεν σπουδαίας μεταβολάς της Σκέψεως, αλλά και άλλας μυθιστορίας περί Υπάρξεως, άλλα τερτίπια της διανοίας, άλλα ευρήματα εις το διαβολάλωνο, την αυγούσταν επιστήμην αενάως εκλεπτυνομένην, πλην ο θάνατος, δηλονότι ο Έρως εν ετέρα μορφή ουδ’ αυτός θα παραλείψει να έκχέη το υπέροχον μύρον της ανυπαρξίας.
Ομιλώ εις την ηδύλαλον καθαρεύουσα, γλώσσαν η οποία λειτουργεί δι’ όλους ομοιομόρφως και κατ’ αυτόν τον τρόπον μας επιτρέπει να σχηματίζωμεν ακόπως τας σκέψεις μας. Είναι αυτή αναγκαία, μάλιστα, εις ωρισμένας περιπτώσεις. Χαρίζει άλλωστε κάτι το υπερφυσικόν εις τον έλληνα. Οδηγεί ευκολώτερον εις την εκκλησίαν. […]

Επεκτείνομεν σήμερον επικινδύνως την κυριαρχίαν μας επί της φύσεως, εκτοπίζομεν αυτήν καθ’ ημέραν και βαναυσότερον. Εξοντώνομεν τα δύστηνα όρη και, τρισχειρότεροι του Τζακ εκείνου του Αντεροβγάλτη, κρεουργούμεν ελαφρά τη καρδία τα πανάγια δάση. Καταστρέφομεν εκτάσεις και εκτάσεις, δια να υψώνομεν κατ’ αριθμόν μέγαν και αεί συντελούμενον πελώρια κυτία σπίρτων, τας λεγομένας πολυκατοικίας ή τους ακόρεστους πύργους, ως εκείνος ο ανθελληνικώτατος των Αμπελοκήπων, αφανίζοντες ταυτοχρόνως τον άσπιλον και όλως αδιαμαρτύρητον αέρα δια θαυμασίων καυσαερίων, ενώ παραλλήλως μολύνομεν εκ συστήματος την θάλασσαν, την δήθεν ηγαπημένην και δια κοπρώδους σωρείας ελαφρών ασμάτων μονοτόνως εξυμνουμένην – εξελίξεις, λέγουν αι οποίαι, όμως, προσθέτομεν ημείς και δεν σφαλλόμεθα, προσφέρουν και εις αυτούς ακόμη τους λαύρους και γαυριώντας εξελικτικούς ερεβώδη απελπισίαν, εξελίξεις, βεβαίως, και αύριον ή μεθαύριον – ιδικαί μας αι ασθμαίνουσαι ως αραβικαί φορβάδες δεκαετίαι και τας εύχομαι δι’ όλους πολλάς εκ βαθέων καρδίας – θα έχωμεν αεροβιομηχανίας, λόγου χάριν, και θα αγοράζομεν «καθαρόν αέρα Ολύμπου» και «καθαρόν αέρα Ιμαλαΐων», εντός πλαστικού πιθανώς ή και φιάλης, χαράς ευαγγέλια μάλιστα δια τας εταιρείας διαφημίσεων, την αφόρητον τηλεόρασιν, όσον και την φορητήν, και τα συναφή τούτων…
Αλλ’ έχομεν τα άστρα, θα κραυγάση ευδαίμων ο ιδεολόγος οπτιμιστής, ομιλών από άλλης, αναντιρρήτως, και απωτάτης ανθρωπότητος, διότι ημείς αναμφιβόλως, παρ’ όλας τας ιλιγγιώδης επιτεύξεις της Ιατρικής, δεν θα υπάρχωμεν δια να απολαύσωμεν το «φωτεινότερον και βαθύτερον» του κόσμου τούτου – τι μέγα κρίμα… Σημειούμεν εν τούτοις μετά πολλής της θλίψεως ότι οπουδήποτε και να φτάση ο άνθρωπος τα αυτά ή και χειρότερα θα πράξη, συνεχίζων εξαιρέτως την μελαγχολικήν ιστορίαν της κτητικότητος. Επομένως, η αληθής και σωτηριώδης εξέλιξις έγκειται εις θεάρεστον λύσιν του παλαιολιθικού προβλήματος της υπάρξεως και η λύσις αυτή λέγει ότι πρέπει κάποτε να επεκτείνωμεν την καρδίαν εις τας προς αλλήλους σχέσεις μας και τας προς την φύσιν, ήγουν την μη-κτητικότητα, πρέπει κάποτε να επεκτείνωμεν την εν ημίν αθωότητα την οποίαν αλίμονο αφανίζει η αδιάκοπος τάσις προς πολιτισμόν, ήτοι προς κτήσιν. Ήδη δε το όνειρον πολλών ανθρώπων αφυπνιζομένων είναι μόλις ένα χωραφάκι με πενιχρόν οικίσκον εις τας νήσους ή την χερσαίαν ύπαιθρον, αλλ’ όμως βεβαιωθήτωσαν άπαντες ότι προς αυτήν την κατεύθυνσιν η αντίστασις αποβαίνει ματαία, διότι η μάχη πρέπει να δοθεί εντός της ίδιας της κολάσεως, η οποία, εάν την αφήσομεν αμέριμνοι να επεκτείνεται και να επεκτείνεται, θα κατακαλύψη μίαν ημέραν με τας πολλαπλασιαζομένας αυτής φλόγας και το λυτρωτικόν χωραφάκι μας και τον οικίσκον…

Κατακλείοντες την ζοφεράν αυτήν ομιλίαν, εν τη καλή προαιρέσει να ευχαριστήσωμεν και τους δημοτικιστάς, μνημονεύομεν σχετικόν προς τας ανωτέρω σκέψεις μας ποιημάτιον, το οποίον παλαιότερον εφιλοτεχνήσαμεν υπό τον τίτλον «Ο άκέραιος κυρ Αλέξανδρος»:

[…]
Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει
πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο
κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα
πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.
Μα είν’ αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση
με ξυπόλυτα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.
Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος
εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης
και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.

Του Νίκου Καρούζου
(Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1926 και πέθανε στην Αθήνα το 1990)
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σπείρα, τεύχος 2, Ιούνιος 1975 σελ. 108-109. Το απόσπασμα είναι αντεγραμμένο εδώ, από το «Νίκος Καρούζος, πεζά κείμενα», Νοέμβριος 1998, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ (ISBN 960-7721-40-3) με φιλολογική επιμέλεια της Ελισάβετ Λαλουδάκη. Η αντιγραφή έγινε χωρίς να ακολουθηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου, στο μονοτονικό σύστημα.
Cologne today, (14:39) Monday, December 3, 2007
(mobile phone photo)

Αυτοκινητόμορφος μπετονένιος όγκος πάνω στη διαχωριστική νησίδα ανάμεσα στα πραγματικά αυτοκίνητα της πόλης. Πρόκειται για γλυπτό έργο στημένο εδώ και πολλά χρόνια στη μέση πολυσύχναστου κεντρικού δρόμου στη Κολωνία. (Άλλη φορά θα ψάξω και θα βρω στοιχεία για τον καλλιτέχνη και το έργο, γιατί με εντυπωσιάζει εδώ και 10 χρόνια αυτό το ακίνητο «αυτοκίνητο» από τσιμέντο)

Categories: think about · Νίκος Καρούζος
Tagged: , , , ,

PFAD ZUM INNERSTEN GEDANKEN

November 23, 2007 · Leave a Comment

Nikos Karousos
Born in Nafplion in 1926 and died in Athens in 1990.
His final volume appeared, posthumously, in 1991.
PFAD ZUM INNERSTEN GEDANKEN

Ich höre; du bist Musik
aber wer kann das Hören
hören?
Was willst du mit so viel Musik mit ohne Fleisch
ohne ihre Todeslaken die aus Smaragden
und ohne
den Pflaumenfarbigen Geflügel von dem schnellen
Altern der stilllosen Insekten…
Ein exzellenter Singer wie du es schon kennst
ist die rohe die am meisten gefärbte Erscheinung
und die große Mobile Schlucht des Wales
zwischen der Streitigkeit im chemischen hellblauen
-brauchst jetzt nicht laut zu sagen, wir kennen es alle
wohin der Eros sie hingeschleppt hat
mit seinem Nagel herumbohrend die gnadenlose
Dunkelheit.
Und der Dichter was macht er -wirst du mir sagen…
Er sorgt so dass
die Quellen des Wahnsinns austrocknen.

Nikos Karousos ERINERUNGS VERGESSENHEIT [1982]
Übersätzungsversuch : delta-kapa

ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΝΔΟΜΥΧΟ ΣΤΟΧΑΣΜΟ

Σ’ ακούω είσαι μουσική
μα όμως ποιος μπορεί ν’ ακούει
την ακοή;
Τι ναν την κάνεις τόση μουσική με δίχως κρέατα
δίχως τα σάβανά της τα σμαράγδινα
και δίχως
τα βυσσινιά φτερούγια στα ογλήγορα
γερατειά των αεικίνητων εντόμων…
Ένας υπέροχος τραγουδιστής όπως το ξέρεις
εν’ η ωμότητα η πιο βαμμένη λάμψη
και το μεγάλο κινητό φαράγγι της φάλαινας
ανάμεσα στην έριδα στο χημικό γαλάζιο
- μην το φωνάξεις τώρα, όλοι το γνωρίζουμε
οπού ο έρωτας την έχει σκυλοκουβαλήσει
σκαλίζοντας με το νύχι του το άσπονδο ολόγυρα
σκοτάδι.
Κι ο ποιητής τι κάνει – θα μου πεις…
Αυτός κοιτάζει
να στερέψει τις πηγές της τρέλας.

Νίκος Καρούζος ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΛΗΘΗ [1982]

Interesting articles:

From essays published in a special issue of Vivliothiki (a book-review section of the national newspaper Eleftherotypia) dedicated to Karouzos, September 25, 1998.

Issue 2.699 of the 57th year (August 9-23, 1979) of the French weekly literary review of the time Les Nouvelles Littéraires, Nikos Karouzos wrote the following self-explanatory text, typed in red ink and in the traditional polytonic system:

Nobody asked me to write. Consequently, no mathematical logic is in my favour if I should seek justification. In the end, the way I am adapting to exist as a poet is like a man who is grazing his own personal sheep without being a shepherd at all. Possibly I may exist as a poet because I did not become an astronomer, as I imagined I would as a child, or a philosopher, as I thought about later, absorbed exclusively in philosophical interests. The fact is this: poetry keeps me hanging onto the bitterness that we call life, and life devotes me to poetry. I resent existing, but existing – damn it to hell – has a certain allure, as they say. This contradiction is crushing me. I would say that no, I am not a automobilist of verses, I am a walker of verses; I don’t belong to highways (Pythagoras told us to avoid walking on them); I created my own path by myself, and nobody treads it but love and I. The poet’s drama, in my opinion, is not to express reality, but to overcome it. The true poet creates outstanding business with existence – that’s what I believe – and his vision, a chimera if you wish, is to break the fetters of reality. For me, poetry is an ontological self-illusion, unless the poet meets and achieves the freedom of existence (i.e. the extinguishing or reduction of the ego to the intellect of the heart – i.e. what used to be called holiness) which shatters reality and leads man to the living infinity of universality.

Dimitris Kalokyris: Stones of Dreams

Examining the philosophical ideas behind Karouzos’ poetry, Tassos Goudelis finds that the concept of ‘existence’ lies at the bottom of them all. “This elemental word, shattered or rather proteanly transformable in Karouzos’ verses, offers magical flights, diverse hues and an unfathomable depth that simply astounds.”

“I suckle divinity / it suckles me”
Nikos Karouzos

For Karouzos, the world, things in general, are creations of language and time: these two concepts fuse with their creations and may become ‘apparent’ like lightning exclusively through the medium of great poetry. At this point, it is easy to understand the dimension that the poet ascribed to the word ‘create’ – which in Greek is the etymological root of poetry (poio).

Tassos Goudelis: Gaol and Supplication

Although Karouzos is not a religious poet, God-inspired and spiritual elements play an important part in his work, argues Vangelis Xadjivassiliou. “For though God features regularly in it, he does not do so in order to reassure or promise but to enlarge and intensify the void of existence and the anguish and agony of death to their very limits.”

Vangelis Xadjivassiliou: Our Gods are Made of Clay

Categories: think about
Tagged: , , ,

Poesie

November 14, 2007 · 1 Comment

Waiting in IKEA. Tuesday, October 30, 2007
Ich denke dass wir dem Inhalt des Lebens befreit von jeder Überzeugung oder vorgeurteiltes Auffassungsvermögen, gegenübertreten könnten. So dringen wir mehr und ruhiger in der Realität ein. Folglich, das einzige was ich zu sagen habe ist dass die zeitgenossische Poesie das ist was sie ist.
Tatsächlich, die Poesie hat Teilnahme an den Werten des Kosmos. Sie drückt aus, tiefere archetypische Nostalgien des Menschen, und ist die wichtigste Schule für Freiheit. Sie zeigt dem Menschen seine Bindungen mit etwas Absolutem, mit etwas was keine Auslegung zulässt. Meine Meinung ist dass die Poesie in komplexere als früher Vergegenwärtigungen der Existenz hingeht und in mehr innere “Ausblicke”…

Nikos Karousos, Interviews Abschnitt aus der Zeitung Νέα Πολιτεία, 22 Oktober 1969

Σκέφτομαι ότι θα μπορούσαμε ν’ αντιμετωπίζουμε το περιεχόμενο της ζωής απαλλαγμένο από κάθε πεποίθηση ή προκαταβολική αντίληψη. Έτσι, μπαίνουμε περισσότερο, και πιο ήρεμα, στην πραγματικότητα. Συνεπώς , το μόνο που έχω να πω είναι ότι η σύγχρονη ποίηση είναι αυτή που είναι.
Πραγματικά, η ποίηση μετέχει στις αξίες του κόσμου. Εκφράζει βαθύτερες αρχετυπικές νοσταλγίες του ανθρώπου, και είναι το σπουδαιότερο σχολείο ελευθερίας. Δείχνει στον άνθρωπο τους δεσμούς του με κάτι απόλυτο, με κάτι ανεπίδεκτο ερμηνείας, Η γνώμη μου είναι ότι η ποίηση προχωρεί σε πιο πολύπλοκες από άλλοτε συνειδητοποιήσεις της υπάρξεως και σε πιο εσωτερικές “θέες”…

Δίνονται κάθε τόσο διάφοροι ορισμοί (για την ποίηση). Προσωπικά, δεν συμπαθώ καθόλου τους ορισμούς, γιατί σκεπάζουν αντί να ξεσκεπάζουν τα ζητήματα. Ειδικά στο θέμα της ποιητικής λειτουργίας και κατ’ επέκταση της ποιήσεως, οι δυσκολίες να την ορίσουμε αυξάνουν, επειδή κάθε ποιητής είναι και ένα είδος ορισμού της ποιήσεως…

Η μοναξιά, φίλε, είναι τρομερή στις μέρες μας. Το κακό το έκανε η περίφημη «καταναλωτική κοινωνία», στην οποία ζούμε. Πολλαπλασιάζουμε ολοένα τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, με αποτέλεσμα να μην έχουμε ούτε λεπτό της ώρας για ανθρώπινη επαφή, για γνησιότητα επικοινωνίας. Η μοναξιά μας γίνεται έτσι το σκληρό τίμημα της παγερής ομαδικότητας, που καθορίζεται από δυο θεότητες: την ταχύτητα και τη διαφήμιση.

Και πώς εξηγείται το γεγονός ότι το είδος (η ποίηση) στη χώρα μας δεν έχει μεγάλο αναγνωστικό κοινό; Μήπως αυτό οφείλεται στην «ερμητικότητα» της μοντέρνας ποιήσεως;

Οφείλεται κ α ι στην «ερμητικότητα». Βασικά, όμως, προέρχεται από το χαμηλό πνευματικό επίπεδο του μεγάλου αναγνωστικού κοινού. Βλέπετε την κυκλοφορία που έχουν τα φτηνά σε περιεχόμενο έντυπα, βλέπετε τη λύσσα που έχει πιάσει τον κόσμο για εύκολη απόλαυση… Πώς να υπάρξει, λοιπόν, αναγνωστικό κοινό της ποιήσεως; Υπάρχει μόνο η αδυναμία των περισσοτέρων ανθρώπων να ξεπεράσουν την τυπική λογική τους.

Η ποίηση δεν πιστεύω πως θα χαθεί ποτέ από τον κόσμο. Γι’ αυτό το πράγμα είμαι βέβαιος, επειδή δεν θα λείψουν ποτέ οι ποιητές. Άλλο τόσο βέβαιος είμαι, ωστόσο, για το γεγονός ότι δεν έχει στο ιλιγγιώδες τεχνολογικό μέλλον σπουδαίες πιθανότητες να παίξει, [...] λυτρωτικό ρόλο. Χωρίς να κινδυνεύει σαν δημιουργική ανάγκη, θα τοποθετηθεί στην άκρη της Ιστορίας. Όλα, όμως, είναι μακροχρονίως προσωρινά!

Ο ποιητής, ο καλλιτέχνης γενικά, είναι ένα «πρόσωπο», με τη φιλοσοφική διάσταση που παίρνει η λέξη. Αλλά με την ίδια διάσταση είναι και μια απρόσωπη δύναμη. Μάχεται με την έκφραση για τον αυτοκαθορισμό του, που περιέχει τη λαχτάρα της ταυτίσεως με τη ζωή.

Από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου»
εκδόσεις Ίκαρος 2002,
ISBN 960-7721-80-2 Απόσπασμα από δημοσίευση στην εφημερίδα Νέα Πολιτεία, 22 Οκτωβρίου 1969. Ο ποιητής Νίκος Καρούζος μιλά με τον Δημήτρη Βαρούτση.

Categories: think about
Tagged: , , ,

HOMO GRAECUS

August 19, 2007 · Leave a Comment

Μερικοί σκόρπιοι στίχοι από διάφορα ποιήματα του κυρίου Νίκου Καρούζου:

«Κάθε πότε ν’ αλλάζουν άραγες οι θεοί
μπαταρίες στο φεγγαράκι;»

«Φεγγάρι μου στη σκοτεινιά ζεστό βυζί της νύχτας»

«Ο ήλιος είναι τ’ ουρανού κ’ η σκέψη του ανθρώπου»

«Στα μοναστήρια κατοικίδιος ο θάνατος —
καθώς τ’ απόμακρα των λουόμενων θαλασσόλογα»

«— φαντάζεσαι τώρα μια τίγρη να θυμιατίζει
(εννοώ μια τίγρη πραγματική)»

«Σαν το άλογο στο σκάκι
την ευθεία πάντα την απεχθάνομαι.
Σαν το άλογο στο σκάκι
τη Φύση το Νου και τη Τύχη
μέσ’ στα έγκατα θα αισθάνομαι.
Μικροί κι αόρατοι πηδηχτοί των φυλλωμάτων ήχοι».

«Μην τα βάλεις με τη πλάνη — σε εξορκίζω —
θαν τα βάλεις έτσι και με την αλήθεια
τη μάνα της τη μπελαλού».

«2. Το καθαρόαιμο αριστούργημα
ή εκείνη η γυναίκα
βαδίζοντας στον δρόμο ωσάν
λήκηθος.
3. Τέσσερα πέντε έξι εφτά
οχτώ εννέα δέκα».

Κυριακή 19 Αυγούστου 2007 (made with a mobile phone)

Κι ένα ολόκληρο:

HOMO GRAECUS
Δύναμαι τ’ άστρα της θωριάς και τ΄ άστρα του θανάτου.
Τρία υπομένω γιατρικά τρία σακατηλίκια
τρεις είν’ οι λάμψεις του φιδιού και τρεις οι περιστέρες:
μια το μυαλό μια η ζωή και μια ο έρμος κόσμος.
Τριάντα μέρες έσκαβα τη γη με το βελόνι,
Βρήκα τ’ αθάνατο νερό τη δίψα να πυργώνει.
Κ’ είπα και χασμουρήθηκα πριχού να κλώσει ο ήλιος:
— Ο χώρος είν’ αγκάλιασμα κι ο χρόνος λεφτοκάρυ
κι ο έρωτας γλυκό φιλί σε κρεμμυδένιο χείλι. —
Σαρανταβέργινο κλουβί ο κόσμος που με ζώνει
— σχεδόν Τα Τείχη.

Σελ. 294, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β΄ (1979-1991)
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ ISBN 960-7233-51-4

λεφτοκάρι [λεπτοκάρυον] (το) ουσ. το φουντούκι λεφτοκαριά [λεπτοκαρύα] (η) ουσ. λεπτοκαρύα, φουντουκιά:
λεφτοκαριάν εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα
και λεφτοκάριν έφαγα και λευτεριά δεν είδα
(δημ. τραγ.)

Categories: Νίκος Καρούζος
Tagged: , , ,

Συνεντεύξεις, Νίκος Καρούζος

August 17, 2007 · 2 Comments

«Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου»
Essen-Düsseldorf 16. August 2007

Τα βραβεία πρέπει να τα παίρνουν νέοι

Συνέντευξη: Άννα Γριμάνη

Τι σημαίνει για έναν δημιουργό η απονομή ενός κρατικού βραβείου;
Είναι μια εκδήλωση, νομίζω, αναγνώρισης ενός πνευματικού έργου από την πολιτεία. Πιστεύω όμως ότι τα κρατικά βραβεία θα έπρεπε να δίνονται σε αξιόλογους νέους. Για να ενθαρρύνονται στη δημιουργική τους πορεία. Δηλαδή, η βράβευση των πνευματικών δημιουργών θα έλεγα ότι πρέπει ν’ αντιστοιχεί στο βάπτισμα και να μην είναι επικήδειος.

[...]

Παρ’ όλα αυτά ο μοναχικός βίος του ποιητή ανταμείβεται;
Η τιμή και η ανταμοιβή του ποιητή είναι οι αναγνώστες. Κι όσο πιο αξιόλογοι είναι, τόσο η τιμή είναι μεγαλύτερη…

Σε μια στιγμή σαν αυτή θα σας ζητούσα έναν τάχιστο απολογισμό της ποιητικής σοδειάς τόσων χρώνων…
Καλά τα πήγα. Θέλω όμως να γίνομαι πάντοτε καλύτερος. Να μου ευχηθείς ολίγα χρόνια ακόμη… για να γίνω καλύτερος.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα 24 Ώρες, 19 Οκτωβρίου 1988.
Σελίδα 210 από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου» εκδόσεις Ίκαρος 2002, ISBN 960-7721-80-2
Η «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη» (από τις εκδόσεις Απόπειρα) το δέκατο όγδοο βιβλίο του, τιμάται με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ο ποιητής πέθανε στην Αθήνα δύο χρόνια μετά.

Düsseldorf Hauptbahnhof 9. August 2007

Πέντε μέρες αργότερα σε άλλη συνέντευξη

… υπάρχουν κήποι, υπάρχουν και γλάστρες
Συνέντευξη: Μικέλα Χαρτουλάρη

Ποιους ποιητές αγαπάτε;
Ο Picasso, λίγο καιρό προτού να πεθάνει, είχε αποκαλέσει τον εαυτό του σαν ζωγράφο «δημόσιο ψυχαγωγό» σε σύγκριση με τους μεγάλους ζωγράφους του παρελθόντος.
Αυτή η αυτοκριτική του Picasso δείχνει τον απέραντο σεβασμό που είχε για την τέχνη. Ο πραγματικός καλλιτέχνης είναι αυστηρότατος με τον εαυτό του, ξέρει να συνειδητοποιήσει πόσο υψηλή είναι της ποιήσεως η σκάλα, όπως λέει ο Καβάφης. Επομένως, ας μου επιτραπεί να αγαπάω τους ποιητές μας του παρελθόντος, τους ολίγους αληθινά μεγάλους.

Διαβάζετε ωστόσο και τους νέους ποιητές που εμφανίζονται;
Βέβαια. Όσα ποιητικά βιβλία μου στέλνουν οι νέοι τα διαβάζω και εντοπίζω μερικές παρουσίες ελπιδοφόρες.

Ανθεί δηλαδή, κατά τη γνώμη σας, η ποίηση στη Ελλάδα;
Υπάρχουν κήποι φανταχτεροί με θαυμάσια λουλούδια και υπάρχουν, βέβαια, και γλάστρες. Διαλέγετε και παίρνετε.

[...]

Αλλά αυτό που με ενδιαφέρει εμένα είναι να γράφεται καλή ποίηση. Οι αναγνώστες βρίσκονται κάποτε.

Τι θέση καταλαμβάνει στο σύνολο του έργου σας το συνθετικό ποίημά σας «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη», που βραβεύτηκε;
Είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένα από τα σημαντικότερα έργα που έγραψα.

[...]

Το δικό μου μυστικό είναι ο τρόπος που επεξεργάζομαι στα ποιήματα τις λεκτικές αλληλουχίες. Αλλά αυτό είναι ένα μυστικό που δεν έχει συγκεκριμένη περιγραφή. Όταν πεθάνω θα λήξει και ο λεκτικός μου μηχανισμός για πάντα.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα, 24 Οκτωβρίου 1988.
Σελίδα 203 από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου» εκδόσεις Ίκαρος 2002, ISBN 960-7721-80-2
Ο ποιητής πέθανε στην Αθήνα δύο χρόνια μετά.

Ο ποιητής είναι θυσιασμένος εδώ στην Ελλάδα
Συνέντευξη: Βασίλης Καββαθάς

Σε μια συνέντευξή σας στον Άρη Σκιαδόπουλο, που δημοσιεύτηκε στον Τχυδρόμο, είχατε πει ότι γεννηθήκατε θυσιασμένος. Τι εννοούσατε;

Ναι, το είχα πει, αλλά να ξαναλέμε τώρα σπαρακτικά πράγματα; Ήθελα να πω ότι η ποιηση στην Ελλάδα δεν είχε και δεν έχει τίποτα το σημαντικό σαν ανταπόκριση και μ’ αυτή την έννοια είσαι θυσιασμένος. Ο ποιητής είναι θυσιασμένος εδώ στην Ελλάδα…

Λυπάμαι που σας αναγκάζω εσάς, έναν ποιητή, να μιλάτε πεζά, για πεζά πράγματα θέλω να πω, αλλά με καίει το θέμα της Ελλάδας, όπως κι εσάς. Ποιο σαράκι τρώει τη χώρα μας;
Δεν αγαπιούνται μεταξύ τους οι Έλληνες, ανέκαθεν συνέβαινε αυτό. Από την αρχαιότητα. Και νομίζω ότι οφείλεται αυτό σε παράγοντες κοινωνικοοικονομικούς. Ίσως να υπάρχουν και φυλετικά αίτια.

[...]

Παρουσιάσατε ποτέ την ιδιότητα του ποιητή σαν επάγγελμα;
Εγώ έχω γράψει, και θα περιοριστώ σ’ αυτό και μόνο, ότι «Επάγγελμα είναι η ψυχή μου».

[...]

…η μάνα μου έλεγε: «Μεγάλη μπουκιά να τρως, μεγάλη κουβέντα μην λες» Αυτό που μπορεί να κάνει η ποίηση παντού στον κόσμο είναι να εξευγενίσει τους ευαίσθητους σε ευαισθητότερους. Τίποτα άλλο. [...] Καταρχήν η ποίηση είναι μια πολυτέλεια, δεν είναι καν καθημερινής χρήσης. Σας ακούω…

Εσείς δηλαδή ζήσατε σε μια πολυτέλεια;
Α, βέβαια, εγώ έχω ζήσει μέσα στην ποίηση όλη μου τη ζωή και έχω ζήσει με μεγάλη πολυτέλεια. Βέβαια. Πολυτελέστατα! Και παρακαλώ να το γράψετε. Η ζωή μου με την ποίηση υπήρξε πολυτελέστατη! Να το επαναλάβω: Η ζωή μου με την ποίηση υπήρξε πολυτελέστατη!

Κατά τα άλλα, όμως, πώς ήτανε η ζωή σας μέχρι σήμερα;
Αγώνας, επιβίωση, ανάγκες του σώματος. Αυτό που εκφράζει η λέξη «επιβίωση». Τί τα θέλετε τ’ άλλα. Αυτά θα τα βρούνε οι βιογράφοι μου, δεν είναι της παρούσης ώρας…

Δεν θέλετε να ακουμπήσω καθόλου πάνω στα προσωπικά σας;
Μα πού ν’ ακουμπήσετε, στη βιογραφία μου ν’ ακουμπήσετε; Δεν έχει κανένα νόημα. Το τι υπήρξε η επιβίωσή μου θα το βρουν όσοι πρόκειται να ασχοληθούν με το θέμα της βιογραφίας μου. Δεν είναι για τούτη την ώρα. Δεν έχει και κανένα νόημα. Κουτσομπολιό θα κάνουμε τώρα; Αφού η επιβίωση είναι κουτσομπολίστικη δουλειά. Το τι έφαγε κανείς σήμερα η δεν έφαγε, το τι φοράει η δεν φοράει δεν είναι σοβαρά πράγματα.

Στους στίχους σας μιλάτε πάρα πολύ για το θάνατο. Αυτή η έννοια του θανάτου πόσο πολύ σας έχει απασχολήσει και πως τον αντιμετωπίζετε;
Όλο στα δύσκολα με πάτε. Θα σας απαντήσω και να τα βάλετε αυτά. Είναι ζωντανά. Η αλήθεια είναι ότι ο θάνατος είναι πολύ ζόρικο πράγμα. Να το πω μ’ αυτή τη λαϊκή και εξορκιστική λέξη. Ζόρικο. Και επιπλέον είναι και η αναγωγή των πάντων εκεί… Παρντόν, αναιρείται η έκφραση. Και επιπλέον εκεί γίνεται και η αναγωγή των πάντων. Όλα της ζωής ανήκουν στον θάνατο. Πως να το κάνουμε; Κατά συνέπεια είναι ένα γεγονός που θα συμβεί σε όλους μας, και με απασχολεί, πρέπει να ομολογήσω, πάρα πολύ και σχεδόν ολάκερη τη ζωή μου μ’ απασχόλησε. Και βέβαια είναι και μέσα στην ποίησή μου συνέχεια ο θάνατος. Αν είχα αγιάσει θα είχα τελειώσει με τον θάνατο. Αλλά εκείνοι που αγιάζουν είναι ελάχιστοι και δεν τους ξέρει κανείς. Εγώ είμαι στη κοινωνία, στις αδυναμίες, στις επιθυμίες, στις ορέξεις, και ο θάνατος βιωματικά θα ‘λεγα με λιανίζει.

Προσπαθήσατε ποτέ ν’ αγιάσετε;
Θα σας πω πάλι μια παροιμία που έλεγε η μάνα μου: «Η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί». Μια και δεν άγιασα, παρντόν, επανέρχομαι: Μια και δεν άγιασα όταν ήμουνα πιο γερός και πιο έντονος και πιο δημιουργικός, τώρα στα ξεβλάσταρα θ’ αγιάσω; Την ξέρετε τη λέξη αυτή, στην Αργολίδα τη λένε. Ξεβλάσταρα είναι αυτά που βγαίνουν έξω από το φυτό.

Λέτε τότε που ήσαστε γερός, έντονος, δημιουργικός, από τι υποφέρετε, κ. Καρούζο;
Από ύπαρξη! Εάν σας αρκεί αυτό.

Εσάς σας αρκεί;
Μου αρκεί. Λέει πολλά.

Λέτε σ’ ένα σημείο: « Όσο κρατήσει η ζωή κρατεί κι ο θάνατος».
Κρατεί κι ο θάνατος. Δεν το έχω ασυναίρετο. Συνηρημένο «κρατεί κι ο θάνατος». Αυτό θα πει ότι όταν η ζωή τελειώσει έχεις πάψει να έχεις συνείδηση κι επομένως έχει πάψει να υπάρχει και ο θάνατος μέσα στη συνείδηση που έπαψε να υπάρχει. Αυτό είναι όλο.

[...]

Παντρευτήκατε ποτέ; Ζήσατε ποτέ τον μήνα του μέλιτος;
Δύο φορές. Εμένα η ζωή μου είναι συνεχώς μήνας του μέλιτος. Υπήρξε δηλαδή… Ας το διαμορφώσουμε διαφορετικά. Εμένα η ζωή μου ως προς τον έρωτα υπήρξε συνεχώς μήνας του μέλιτος.

Σας άρεσε να ζείτε την αρχή του έρωτα;
Όλα καλά είναι στον έρωτα. Και η αρχή και το τέλος.

Επέδρασε αυτό πάνω στην ποίησή σας;
Το δικό μου ποιητικό έργο είναι ένα έργο πολλαπλών οραματικών αντιλήψεων και δεν εστιάζεται σ’ ένα μόνο σημείο. Η ποίηση είναι ανεξάντλητη… Φτάνει να υπάρχει η μόρφωση και η αφοσίωση.

[...]

Έχετε περάσει πολλά χρόνια βυθισμένος στη σιωπή. Αυτή η σιωπή πόσο βασανιστική είναι για έναν άνθρωπο που έχει κάτι να πει;
Θα σας πω μια φράση… αλλά είμαι πολύ κουρασμένος αυτή τη στιγμή για να την αναλύσω: Η σιωπή είναι ο δημιουργικότερος παράγοντας της ποίησης και η μέγιστη ηδονή πνευματική που πρέπει να τη ζήσει κανείς μέσα σε πολύωρα διαστήματα για να το καταλάβει…

Έχετε φτάσει ποτέ πολύ κοντά στον θάνατο;
Ναι, το 1946 ήτανε να με καθαρίσουνε οι «Χίτες», αλλά ευτυχώς την τελευταία στιγμή ένας δεξιός φίλος του πατέρα μου τον ειδοποίησε επειγόντως και έφυγα και έτσι ζω από το ’46. Γιατί όπως μου είπαν κατόπιν οι γονείς μου, γύρω στις δώδεκα τη νύχτα της ημέρας εκείνης που ήτανε να με καθαρίσουν, πήγανε στο σπίτι μου, χτύπησαν την πόρτα, με αναζήτησαν, έψαξαν όλο το σπίτι, δεν με βρήκαν και έτσι γλίτωσα. Θα ήμουν σκοτωμένος από το 1946. Δεν είναι θανάσιμο τ’ Ανάπλι; Τώρα που το σκέφτομαι ξέρετε, ανατριχιάζω. Δηλαδή θα είχα δολοφονηθεί στα είκοσί μου χρόνια. Ούτε ποίηση ούτε τίποτα. Είδες, όμως, η μοίρα ήθελε αλλιώς.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ταχυδρόμος, τεύχος 25, 22 Ιουλίου 1989.
Σελίδα 210 από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου» εκδόσεις Ίκαρος 2002, ISBN 960-7721-80-2

Ο δημοσιογράφος ανάμεσα σε άλλα σημειώνει: Η συζήτησή μας άρχισε με τον διάλογο «τι έχετε, κύριε Καρούζο» – «έχω σοβαρά προβλήματα υγείας» κι έκλεισε μετά από τρεις ώρες με τη δική του φράση «σας ευχαριστώ, με κάνατε να νιώσω ζωντανός, μου το είχε πει κι ο γιατρός να βγαίνω, να έρχομαι σ’ επαφή με τον κόσμο, να μην το βάζω κάτω…».

Essen Hauptbahnhof 16. August 2007

Ο ποιητής πέθανε στην Αθήνα τον επόμενο χρόνο.

Categories: Νίκος Καρούζος
Tagged: , ,

Η τρομερή παγίδα της ύπαρξης

August 14, 2007 · Leave a Comment

«Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου»
Η ζωή είναι ένα καθαρματικό φαινόμενο
Συνέντευξη: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Γιώργος Κακουλίδης
Η βία έχει αρχίσει από την έξωση των Πρωτόπλαστων, που έγινε, σύμφωνα με τη ιουδαϊκή μυθολογία, όπως τη βλέπουμε στο βιβλίο της Γενέσεως, της Παλαιάς Διαθήκης. Η βία, λοιπόν, αρχίζει από εκείνη τη στιγμή που ο Θεός, μετά τη σεξουαλική πράξη του Αδάμ και της Εύας, εκτοπίζει τους Πρωτόπλαστους από τον Παράδεισο και τους καταριέται να έχουν απόγόνους και πόνο και θάνατο. Τούτη την ιουδαϊκή μυθολογία του βιβλίου της Γενέσεως την ενστερνίστηκε βέβαια και ο χριστιανισμός, και είναι το περίφημο προπατορικό αμάρτημα. Η βία έχει εκεί την πηγή της, είναι η βία που ασκείται από τον Θεό, και με αυτή την έννοια η βία, η βία που είναι κτηνώδης, έχει κι ένα θεϊκό στοιχείο. Δηλαδή κτηνώδης είναι κι ο Θεός, ας το πούμε ξεκάθαρα.
[...]
Ο ποιητής είναι ένα πλάσμα που τρομάζει ολοένα και περισσότερο, και μάλιστα εγώ, ας πούμε, που τώρα είμαι εξήντα χρονών, έχω την αίσθηση μεγαλύτερου φόβου στη ζωή από όσο όταν ήμουνα τριάντα, είκοσι πέντε και είκοσι χρονών. Εντείνεται ο φόβος. Όχι κυρίως από προσωπική άποψη, γιατί βέβαια η μοίρα του ατόμου είναι να πεθάνει κάποτε, αλλά γιατί τα πυρηνικά όπλα έχουν προκαλέσει ένα καινούριο βίωμα, ένα βίωμα που δεν υπήρχε ως τώρα. Αυτό το βίωμα είναι η αίσθηση του καθολικού αφανισμού και, βεβαίως, ενώ για κάθε άνθρωπο ο θάνατος είναι ένας όλεθρος και υπήρξε πάντοτε ένας πυρηνικός όλεθρος από άποψη ατομικού θανάτου, εντούτοις τώρα ο θάνατος παίρνει τεράστιες διαστάσεις, γιατί τα πυρηνικά όπλα θα προκαλέσουν καθολικό αφανισμό της ζωής. Πέρα, δηλαδή, από τον φόβο του ατομικού θανάτου προκαλεί μεγάλο πανικό και η προοπτική μετά από έναν πυρηνικό όλεθρο να εξαφανιστεί το ανθρώπινο είδος.

Γ.Ι.Μ.: Πώς αμύνεται ο ποιητής; Τι κάνει;
Ο ποιητής κάνει τη δουλειά του. Δηλαδή μέσα από όλους τους τρόμους και τους πανικούς ο ποιητής οφείλει να κάνει την ιερή λειτουργία της γλώσσας.

[voice-icons] δηλαδή να λέει τ’ αληθινά

[...]
… το πρώτο παράλογο στη ύπαρξη. Το γεγονός ότι ο Θεός εκδιώκει τους Πρωτόπλαστους εξαιτίας του σεξ είναι παραλογισμός. Το σεξ είναι μια ευτυχία. Την ευτυχία τη δημιουργεί ο Θεός. Άρα, ο Θεός που την εμποδίζει παραλογίζεται.

[voice-icons] Εδώ διαφωνώ με τον κύριο Νίκο. Ο Θεός δεν εκδιώκει τους Πρωτόπλαστους εξαιτίας του σεξ, αλλά, το λέει ξεκάθαρα το βιβλίο, εξαιτίας της αλαζονικής προσπάθειας να γευτεί ο άνθρωπος τη Γνώση. Εξαιτίας της απεγνωσμένης περιέργειας να γευτεί τη Σοφία, γνώρισμα βασικό του ίδιου του Πλάστη και εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένη η ανθρώπινη μοίρα της καταθλιπτικής ημιμάθειας. Έτσι ενώ κάτι αρχίζει να καταλαβαίνει, μένει στα μισά του δρόμου κι αυτό που του μένει είναι οι αδιέξοδες σκοτούρες, η πτώση από τον Παράδεισο. Αρνούμαι να αποδεχτώ ότι αυτή η πτώση έχει να κάνει με το σεξ. Εκτός αν το σεξ μέσα από τα λιγοστά στιγμιότυπα της ηδονής κατά τα οποία επικρατεί, με εργαλείο το σώμα η ευτυχία του «είναι», τις λίγες στιγμές που «χρόνος και χώρος τήκονται» εκτός κι αν αυτά τα κλάσματα, έχουν να κάνουν με τη γεύση της Γνώσης και μας φέρνουν κοντά στη θεϊκή Σοφία. Μόνο έτσι μπορώ να καταλάβω κάποιου είδους σχέση του σεξ με ύβρεις και αμαρτίες. Αλλά μ’ αυτό τον τρόπο αθωώνονται τα περισσότερα γαμήσια που έλαβαν και θα λάβουν χώρα στην ανθρώπινη ράτσα.
Σε άλλο γραπτό του κείμενο που αναφέρεται στη ίδια ιστορία της Γένεσης, ο Ν. Καρούζος δεν αναφέρεται καθόλου στο σεξ και μιλάει κι αυτός για τη «γνώση που κρεουργεί την πληρότητα, εισάγει στις μετρήσεις, προκαλεί τη θνητότητα». Το παραθέτω κατευθείαν:

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΤΕΜΠΕΛΙΑΣ
ΩΣ ΑΝΩΤΕΡΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ένα παχυλό βήμα προς τη Γένεση. Ο Θεός σχηματίζει τον κόσμο με την υλοποίηση της Ομιλίας. Λέει, κι αυτά που λέει πραγματώνονται, στην αφθαρσία τους. (Το έχει αποδείξει η επιστήμη). Τέλος, την έβδομη ημέρα ο Θεός αναπαύτηκε. Είν’ ακριβώς η μέρα όπου καθιερώνεται στην ύπαρξη η τεμπελιά, με τον άνθρωπο πλασμένο μέσα στη μακαριότητα της Εδέμ. Αυτή την κατάσταση την ανέτρεψε ο Αδάμ εκλέγοντας. Το παιχνίδι του παράδεισου διαδραματίστηκε ανάμεσα στο δέντρο της ζωής και το δέντρο της γνώσεως. Εάν οι πρωτόπλαστοι παρέμεναν υπήκοοι της απραξίας και υπαρκτικής πληρότητας, τρώγοντας απ’ το δέντρο της ζωής μονάχα, θα ‘χε γλιτώσει ο κόσμος απ’ την Ιστορία, η τεμπελιά θα ‘τανε αδιάκοπη έκφανση αθανασίας (η αιωνιότητα). Ωστόσο, η εξέλιξη υπήρξε εκείνη που ξέρουμε και έτσι ο άνθρωπος εξώστηκε απ’ τον παράδεισο, ήτανε γι’ αυτό προειδοποιημένος (ίσον νους), η αιωνιότητα κομματιάστηκε για να καταντήσει χρόνος, εισέβαλε ο θάνατος, η εργασία έγινε αναγκαιότητα. Πρώτο ερώτημα: τι το ήθελε στον παράδεισο ο Θεός το δέντρο της γνώσεως; Απόκριση: Η νοητική σύλληψη «παιχνίδι», δεν έχει δομική υπόσταση χωρίς κανόνες και επομένως χωρίς τον κίνδυνο για λανθασμένη κίνηση. Δεύτερο ερώτημα: γιατί να εκφράζει αναγκαστικά το δέντρο της γνώσεως όλεθρο; Απόκριση: Η γνώση κρεουργεί την πληρότητα, εισάγει στις μετρήσεις, προκαλεί τη θνητότητα του ενός πράγματος υπέρ του άλλου, θέτει όρια και ιδρύει αέναα τις διαφορές τέμνοντας. Τρίτο ερώτημα: και γιατί η τεμπελιά κι όχι η εργασία; Τρίτη απόκριση: γιατί η τεμπελιά ταυτίζεται με την εσωτερική ζωή, με το άσπιλο, τη νοσταλγία της αδαμικής μακαριότητας, πέραν καλού και κακού, συνυφαίνοντας έτσι μιαν ανώτερη μορφή εργασίας: του απόλυτου τη χρήση:

«Λευτέρωσέ με, ω Θεέ, απ’ αυτή την αριθμητική για το πιότερο ή το λιγότερο των πραγμάτων αυτού του κόσμου, κάνε με να αγωνιώ για σένα, λυτρώνοντάς με απ’ τον εαυτό μου. Όσο είναι τα μυαλά μου νηστικά κ’ η λογική μου αλώβητη, το καλό και το κακό μ’ έχουν οικείο τους, μέθυσέ με και βγάλε με από τούτηνε του καλού και του κακού τη γνώση». (Ομάρ Καγιάμ, Ρουμπαγιάτ, σελ. 319, στην έκδοση Seghers, 1965)

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Περιοδικό, τεύχος 4, Μάιος-Ιούλιος 1981 (αφιέρωμα στην τεμπελιά), σελ. 179-180. Αντεγραμμένο εδώ από το «Νίκος Καρούζος, πεζά κείμενα», Νοέμβριος 1998, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ με φιλολογική επιμέλεια της Ελισάβετ Λαλουδάκη.

[voice-icons] Ξαναγυρνάμε στη συνέντευξη με τον ποιητή.

Γ.Ι.Μ.: Έκτοτε έχουμε φθαρτότητα και οδύνη.
Ναι. Και το πεπρωμένο του θανάτου. Αυτό το πεπρωμένο είναι σπαραχτική οδύνη. Για τούτο δεν θέλησα να κάνω παιδιά. Πήρα την απόφαση να είναι μόνο δικό μου αυτό το πεπρωμένο κι όχι να βασανίσει κι ένα παιδί που θα προέκυπτε από μένα.
[...]
Γ.Κ.: … ο Νίκος είναι μοναχικός στη ζωή του, όχι μόνο δεν έκανε παιδιά αλλά ακόμα και τις πολλές γυναίκες που είχε στη ζωή του κάποια στιγμή τις ξεπέρασε για να βρεθεί μονάχος σε μια κάμαρη, μονάχος με το φόβο του σ τ ρ ο γ γ υ λ ε μ έ ν ο, για να δει τι ακριβώς γίνεται με τη ζωή και τη Ποίηση.
[...]

Αυτό που λέει ο Γιώργος είναι μια πραγματικότητα για μένα. Είναι τρομερός ο θάνατος, οι κίνδυνοι μεγάλοι. Είμαστε παγιδευμένοι. Η γέννηση είναι παγίδα. Εντελώς αινιγματική παγίδα, γιατί, όταν κανείς βγαίνει απ’ το σώμα της μάνας του, προκαλεί ίσως η εικόνα αυτή εντύπωση απελευθέρωσης. Εντούτοις, όταν βγαίνει απ’ το σώμα της μάνας του, το παιδί μπαίνει στην παγίδα. Στη τρομερή παγίδα της ύπαρξης.

Γ.Ι.Μ.: Μπαίνει κιόλας στο παιχνίδι της ελπίδας.

Η ελπίδα είναι τάση να ξεχάσουμε την παγίδα.

Γ.Κ.: Ο ποιητής δεν έχει σχέση μ’ αυτή την κατάσταση της ελπίδας, γιατί η τραγωδία του είναι ότι τα ’χει τετρακόσια. Αυτή είναι η τραγωδία του ποιητή, ότι δεν πετάει στα σύννεφα, ότι έχει σώας τας φρένας του.

Αιθεροβάμονες είναι οι καθημερινοί άνθρωποι. Ο ποιητής δεν είναι. [...] Οι μεγάλοι τρελοί είναι οι άνθρωποι της κοινής και κοινωνικής λογικής. [...] Η κοινή λογική είναι μορφή παραφροσύνης. [...] Θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι η Ποίηση δεν έχει σχέση με την εξυπνάδα, είναι μια ά λ λ η ν ο η μ ο σ ύ ν η.

Γ.Κ.: Ναι, ο ποιητής βαριέται να είναι έξυπνος.

Απόσπασμα από συζήτηση, δημοσιευμένη στο περιοδικό Σχολιαστής, τεύχος 51, Ιούνιος 1987.
Γι’ αυτούς που θέλουν να διαβάζουν περισσότερα: σελ. 173, απόσπασμα 25, από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου» εκδόσεις Ίκαρος 2002, ISBN 960-7721-80-2

[voice-icons] γιος κλωτσιάρης

Categories: Νίκος Καρούζος
Tagged: , ,

με λένε Γιάννη

August 13, 2007 · Leave a Comment

Σήμερα το απόγευμα μετά τη δουλειά στο τραίνο μεταξύ Essen και Düsseldorf ο ήλιος κατάφερνε έτσι πλαγιαστός που ήταν να μπαίνει γρήγορα, γρήγορα από τα παράθυρα. Διάβασα:

Βγάλε, ψυχή μου, τραγούδι
Να πολεμήσω την Άνοιξη.
Ξένος είμαι στο σπίτι μου
ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη
δεν έχω τίποτα δικό μου…

του Νίκου Καρούζου
(Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1926 και πέθανε στην Αθήνα το 1990)

Categories: Νίκος Καρούζος
Tagged: , ,

Ο επιπόλαιος θά ‘λεγε optimisme

August 13, 2007 · 2 Comments

Η ποίηση ανήκει στη ζωή ή η ποίηση ανασηκώνει τα μανίκια στη ζωή, όχι αλλού. Ίσως να μπορεί να το καταλάβει κανείς καλύτερα αυτό κοιτώντας την ανάποδη αντιστοιχία όπως τη περιγράφει ο ποιητής Νίκος Καρούζος. Ο ποιητής σε μια συζήτηση αναγκάζεται να ερμηνεύσει δυο στίχους του με παραπάνω λόγια:

«Κράζει το αηδόνι μαύρος κόρακας και θέλει τη φωνή του
Μα δεν έχει γλωσσα η δεύτερη ζωή μας» [...]

Κοιτάχτε. Όταν λέω πως η «δεύτερη ζωή μας» είναι άλαλη, εννοώ το απερινόητο ή το αμετάδοτο που δρέπει τους μυστικούς και τους εντάσει στη σιωπή. Κείθε μέσα επικρατεί το μαύρο, χρόνος και χώρος τήκονται γλωσσα δεν υπάρχει. Εκεί ακριβώς σταμάτησε και ο Wittgenstein. Κατά συνέπεια τί δουλειά έχει σ’ ετούτο το σημείο η ποίηση [...]
Εγώ ίσα, ίσα δέχομαι την ταύτηση της ποίησης με το αηδόνι και γι’ αυτόν το λόγο γράφω:
«Κράζει το αηδόνι μαύρος κόρακας και θέλει τη φωνή του».
Μα η ποίηση εδώ δν μπορεί να κάνει τίποτα. Λέγοντάς το διαφορετικά: η γλωσσα σηκώνει τα χέρια ψηλά. Το νιώθετε τώρα φαντάζομαι.

Απόσπασμα από δημοσίευση στο περιοδικό «Αντί» τεύχος 235, 24 Ιουνίου 1983 με τον υπότιτλο: «Ο ποιητής Νίκος Καρούζος μιλά στον Αντρέα Μπελεζίνη»
Γι’ αυτούς που θέλουν να διαβάζουν περισσότερα: σελ. 118 από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου» εκδόσεις Ίκαρος 2002, ISBN 960-7721-80-2

Ludwig Wittgenstein (1889 – 1951)
Δημοφιλής η καταληκτική φράση του: «για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς καλύτερα να σωπαίνει».
Tractatus Logico-philosophicus, εκδ. Παπαζήση, 1978

Και κάπου αλλού ο ποιητής αποκρίνεται:
«Τη μαχητικότητα εξαίρω, τη πιότερη μαχητικότητα: την ποίηση. Ο επιπόλαιος θά ‘λεγε optimisme».

Categories: Νίκος Καρούζος
Tagged: , ,

ΗΛΙΟΦΟΒΙΑ / HELIOPHOBIE

January 11, 2007 · 15 Comments

Cologne, morning on the way to work, 2008.05.14

Cologne, morning on the way to work, 2008.05.14

Ο βαθύτερος άνθρωπος αποστρέφεται τον ήλιο
- το θλιβερό αεροπλάνο του φωτός – και εισέρχεται
στην κοίμηση του κατασκότεινου ουρανού
μ` ένα βουνό λουλούδια στο στήθος του:
τις ένδον εξελίξεις.

Νίκος Καρούζος ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΛΗΘΗ [1982]

+++++++++++++++++++++++++++++++++

Der tiefere Mensch verabscheuet die Sonne
- das bedrückende Flugzeug des Lichtes – und tritt ein
im Schlaf des volldunklen Himmels
mit ein Berg Blumen in seine Brust:
die inneren Entwicklungen. Abläufe

Nikos Karousos ERINERUNGS VERGESSENHEIT [1982]
Übersetzungsversuch : voice-icons

Post Originally published on: January 11, 2007 at 2:12

Categories: Νίκος Καρούζος
Tagged: , ,